Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2016

Οι «κακοτοπιές» της Συρίας και η έξοδος από την κρίση


9-1-16



Φιόντορ Λουκιάνοφ*


Οι τρομοκρατικές επιθέσεις στο Παρίσι και στη χερσόνησο του Σινά, αλλά και πιο πριν, η ρωσική παρέμβαση στον εμφύλιο πόλεμο στη Συρία, αύξησαν απότομα το ενδιαφέρον των μεγάλων παγκόσμιων παικτών σε αυτή την περιφερειακή κρίση. Και το αποτέλεσμα είναι ήδη φανερό: Στις προσπάθειες για την καταπολέμηση της οργάνωσης «Ισλαμικό Κράτος» («ΙΚ»), εντάσσονται ολοένα περισσότεροι νέοι παίκτες, και όχι μόνον από τη Μέση Ανατολή. Μόλις την περασμένη εβδομάδα, μια τέτοια απόφαση πήραν η Μεγάλη Βρετανία και η Γερμανία, χώρες που στο παρελθόν δεν επεδείκνυαν μεγάλη επιθυμία για ενεργό συμμετοχή στο Συριακό.

Τι να περιμένουμε περαιτέρω; Δημιουργείται στην πραγματικότητα ο Συνασπισμός ενάντια στην τρομοκρατία, για τον οποίο όλοι μιλάνε; Μάλλον όχι. Ο κύριος λόγος γι’ αυτό είναι το γεγονός ότι οι στόχοι και οι επιδιώξεις εκείνων που πρέπει υποχρεωτικά να συμμετάσχουν σε μια τέτοια συμμαχία, δεν συμπίπτουν.
Σύγκρουση συμφερόντων

Η κατάσταση είναι μάλλον παράδοξη. Παρά τις τεράστιες διαφορές στις προσεγγίσεις των μεγάλων παικτών (ΗΠΑ, Γαλλία, Ρωσία, Μεγάλη Βρετανία, κλπ.), οι δυνάμεις αυτές αναγνωρίζουν ποιος είναι ο κύριος εχθρός. Είναι η οργάνωση «ΙΚ», η οποία θα πρέπει να καταστραφεί, ή, στο πιο απαισιόδοξο σενάριο, να σταματήσει τη δραστηριότητά της. Για την επίτευξη αυτού του σκοπού, απαιτείται η ενεργός κινητοποίηση όλων των παικτών, τόσο εντός της Συρίας, όσο και στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Η ιδέα, λοιπόν, είναι να πραγματοποιήσουν οι ίδιοι τις σημαντικές στρατιωτικές επιχειρήσεις. Ωστόσο, οι προτεραιότητές τους είναι διαφορετικές.Για την Τουρκία, η κύρια απειλή είναι το Κουρδικό ζήτημα, το οποίο θεωρείται για την Άγκυρα πολύ πιο επικίνδυνο απ’ ότι η «ΙΚ». Την ίδια στιγμή, στη Σαουδική Αραβία, ο τρόμος μιας ενδεχόμενης ιρανικής (σιϊτικής) επέκτασης είναι σαφώς μεγαλύτερος απ’ ότι ο φόβος απέναντι στους οπαδούς του αλ-Μπαγκντάντι (του αυτοαποκαλούμενου ηγέτη του «Χαλιφάτου» - «ΙΚ»). Το Ιράν, από τη μεριά του, παίζει ένα πολύπλοκο περιφερειακό παιχνίδι και το «Ισλαμικό Κράτος» είναι μόνο ένα από τα ζητήματα που το ενδιαφέρουν. Επιπλέον, η γκάμα των αντιπάλων του Μπασάρ αλ-Άσαντ είναι αρκετά μεγάλη. Οι ριζοσπάστες ισλαμιστές περιλαμβάνονται σε αυτό το πάζλ, αλλά δεν είναι οι μοναδικοί αντίπαλοι του συριακού καθεστώτος. Στο μεταξύ, οι υπόλοιπες χώρες της περιοχής, σπασμωδικά, προσπαθούν να διατηρήσουν τον έλεγχο της κατάστασης στο εσωτερικό τους, κι’ έτσι είναι αναγκασμένες να ελίσσονται συνεχώς. Για το λόγο αυτό, δεν αντιλαμβάνονται πάντοτε την οργάνωση «ΙΚ» σαν τον κύριο εχθρό τους.

Αμεση χερσαία επέμβαση

Αυτή η κατάσταση καθιστά -ρεαλιστικά- αδύνατη τη δημιουργία ενός μεγάλου Συνασπισμού. Ταυτόχρονα, μάλλον δυσάρεστες είναι οι προοπτικές που διαγράφονται για τις δυνάμεις εκτός της «στενής» περιφέρειας της Μ.Ανατολής. Όλοι το καταλαβαίνουν και όλοι μιλάνε γι’ αυτό: Χωρίς χερσαία επέμβαση και νίκες στο έδαφος, ο πόλεμος εναντίον της «ΙΚ» δεν θα κερδηθεί.

Ετσι, η σκέψη είναι να διεξάγουν το πόλεμο οι ίδιοι οι «ένοικοι» της Μέσης Ανατολής. Πόσο μάλλον, αφού άπαντες στην περιοχή καταριούνται τους «αποικιοκράτες» για τις παρεμβάσεις τους εκεί. Όμως, αν θα πολεμήσουν, δεν θα είναι ενάντια στην τρομοκρατία, αλλά ο ένας ενάντια στον άλλο. Κι’ αυτό είναι ανεπίτρεπτο. Κατά συνέπεια, όλα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι τελικώς, η στρατιωτική παρουσία μάλλον είναι αναγκαία για τη Ρωσία, τις ΗΠΑ, τη Γαλλία, και για τους άλλους μεγάλους, παγκόσμιους παίκτες. Και, βέβαια, όλοι αυτοί γνωρίζουν τι σημαίνει και ποιους κινδύνους συνεπάγεται η άμεση επέμβαση στη Μέση Ανατολή.

Αλλάζοντας τους κανόνες του παιχνιδιού

Τα κίνητρα της Ρωσίας στη «συριακή εκστρατεία» είναι πολυεπίπεδα. Η απειλή της ανεξέλεγκτης εξάπλωσης της τρομοκρατίας, φυσικά, είναι το βασικό. Ένα άλλο είναι οι σχέσεις της Μόσχας με την επίσημη κυβέρνηση της Συρίας, η οποία είναι ένας παλιός και γνώριμος εταίρος της Μόσχας. Αυτό το καλοκαίρι κατέστη σαφές ότι οι δυνάμεις του καθεστώτος εξασθενούν. Ήταν πολύ μεγαλύτερες απ’ ότι υπέθεταν στη Δύση το 2011, αλλά ο εξαντλητικός πόλεμος έχει αφήσει τα σημάδια του. Εκτός των άλλων, τέλος, η πτώση Άσαντ θα θεωρούταν απ’ όλους μια μεγάλη ήττα της Μόσχας. Σημαντικό ρόλο έπαιξε επίσης η «εργαλειοθήκη» που χρησιμοποιήθηκε στην κρίση. Για παράδειγμα, η τάση να διευρυνθεί το πεδίο της διαβούλευσης με τη Δύση, που τα τελευταία δύο χρόνια έχει σχεδόν μονοπωληθεί από το Ουκρανικό ζήτημα και τη διαδικασία του Μινσκ.

Ωστόσο, τις ενέργειες της Ρωσίας στη Συρία θα πρέπει να τις δούμε ενταγμένες στο ευρύτερο παγκόσμιο γεωπολιτικό πλαίσιο. Η Μόσχα έχει «καταπατήσει» ένα δικαίωμα, το οποίο, μονοπωλιακά εδώ και 25 χρόνια (από την επιχείρηση «Καταιγίδα της Ερήμου» το 1991), κατέχουν στην περιοχή οι ΗΠΑ: Αυτό της χρήσης στρατιωτικής ισχύος. Δηλαδή, της δράσης τους ως «παγκόσμιου χωροφύλακα». Η Ρωσία, εισέβαλε σε ένα πεδίο, στο οποίο αποφασίζονται θέματα ιεραρχίας στην κορυφή του παγκόσμιου γεωπολιτικού Ολύμπου.

Ο «μονοπολικός κόσμος» θεωρούσε ότι πόλεμοι δήθεν «στο όνομα της ειρήνης», έχουν μόνο Ηνωμένες Πολιτείες με τους συμμάχους τους. Η Μόσχα, λοιπόν, ξεκινώντας τη στρατιωτική επιχείρηση στη Συρία, άλλαξε την ισορροπία δυνάμεων και τις προοπτικές για τη διευθέτηση μιας σημαντικής διεθνούς σύγκρουσης, χωρίς μάλιστα να έχει κάποιο πρακτικό όφελος. Αυτό είναι προνόμιο της ανώτερης «στρατιωτικο-πολιτικής κατηγορίας», η οποία είναι σε θέση να υπαγορεύει την ατζέντα της ημέρας.

Επιστροφή στην «Real Politics»


Ένα άλλο σημαντικό σημείο της σημερινής κατάστασης στη Μέση Ανατολή, είναι ότι η σύγκρουση στη Συρία, πιθανόν, κλείνει την εποχή της «ανθρωπιστικής» - «ιδεολογικής» προσέγγισης για τη διευθέτηση τοπικών κρίσεων. Μέχρι πρόσφατα, το πιο σημαντικό στοιχείο της συζήτησης για τους αλληλοσκοτωμούς, ήταν οι κατηγορίες εναντίων κρατών για εγκλήματα κατά του ίδιου του λαού τους, η βίαιη καταστολή των διαδηλώσεων κ.ο.κ. Ο επικεφαλής κάθε χώρας που στιγματιζόταν από μια τέτοια συμπεριφορά, καταχωρείτο στην κατηγορία των ηγετών που έχουν «απωλέσει τη νομιμότητα». Συνακόλουθα, ο διάλογος με αυτούς, καθίσταται περιττός.

Οι Σαντάμ Χουσεΐν και Μουαμάρ Καντάφι πέρασαν από αυτό το μονοπάτι, και ο Μπασάρ αλ-Άσαντ έπρεπε να το επαναλάβει. Αλλά τώρα, η ανθρωπιστική συνιστώσα φαίνεται ότι χάνει ξανά έδαφος από τη ρεαλιστική προσέγγιση. Η λογική του «μαύρου-άσπρου», η διαίρεση των ανθρώπων σε καλούς και κακούς, μας έφερε σε αδιέξοδο. Τώρα, θα πρέπει να διαπραγματευτούμε με όλους.

Μια ριζικά νέα φάση για τη Συρία ήταν η συνάντηση στη Βιέννη. Αυτή είναι η δεύτερη -μετά τον ιρανικό «πυρηνικό» μαραθώνιο- περίπτωση διαπραγματεύσεων με ανοιχτό τέλος. Όταν, δηλαδή, τα σχήματα των αποφάσεων θα πρέπει να διαμορφώνονται κατά τη διάρκεια των διαβουλεύσεων, χωρίς το αποτέλεσμα να καθορίζεται εκ των προτέρων. Έτσι, αυτό που απομένει στα εμπλεκόμενα μέρη, είναι να συζητήσουν μόνο τους τρόπους για να πετύχουν τη λύση.

Το πώς θα διαμορφωθεί η Συρία μετά από τον πόλεμο, κανείς δεν το ξέρει. Και αυτό είναι καλό. Είναι σαφές ότι δεν υπάρχει καμία εγγύηση επιτυχίας, αλλά εννοιολογικά, η προσέγγιση αυτή είναι πιο υγιής. Δυστυχώς, η οξεία ρωσο-τουρκική σύγκρουση που προκλήθηκε από την κατάρριψη ρωσικού πολεμικού αεροσκάφους, αποτέλεσε ένα δυνατό χτύπημα στην παραπάνω περιγραφόμενη διαδικασία. Η Ρωσία δεν έχει ούτε τη βούληση, ούτε τους πόρους για να διεξάγει μια μεγάλη εκστρατεία στη Συρία. Και η Μόσχα χρειάζεται μια πολιτική λύση, όσο τη χρειάζονται και οι άλλοι. Τώρα, είναι αλήθεια, ότι η οποιαδήποτε διευθέτηση θα πρέπει να συμπεριλάβει στο σκεπτικό της και τη σημαντική στρατιωτική παρουσία της Ρωσίας στην Συρία. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι το Κρεμλίνο θα εγκαταλείψει γρήγορα τη στρατιωτική υποδομή που δημιούργησε εκεί, όπως άλλωστε και οι ΗΠΑ δεν έφυγαν εντελώς από το Αφγανιστάν μετά το τέλος της στρατιωτικής τους αποστολής στη χώρα.

Στην κόψη του ξυραφιού

Η Ρωσία καλείται να ισορροπήσει με γνώση και εξυπνάδα. Καταρχάς, θα πρέπει να διασφαλίσει τη γεωπολιτική παρουσία της στη Συρία και στο μέλλον, ανεξάρτητα από το πώς θα διαμορφώνεται εκεί η εξουσία. Κατά δεύτερον, θα πρέπει να ενεργήσει έτσι ώστε να μην υπονομεύσει τις σχέσεις της με το Ιράν, έναν σημαντικό περιφερειακό εταίρο για μακροπρόθεσμη συνεργασία. Για την Τεχεράνη, η διατήρηση του σημερινού καθεστώτος, είναι ζωτικής σημασίας. Η Τεχεράνη εύλογα πιστεύει ότι οποιαδήποτε αλλαγή θα ήταν μοιραία για την ιρανική κυριαρχία στη Συρία. Για τις δύο χώρες, η «συριακή εποποιΐα», είναι σχεδόν το μόνο θέμα που «δένει» τις μεταξύ τους σχέσεις. Σε όλα τα άλλα, η Τεχεράνη βλέπει τη Ρωσία με μια δόση επιφυλακτικότητας.

Τρίτον, η Ρωσία θα πρέπει να χειριστεί την κατάσταση, έτσι ώστε να μην μετατραπεί σε μια υπερδύναμη, η οποία εξυπηρετεί τα περιφερειακά συμφέροντα του Ιράν στον ίδιο βαθμό που οι ΗΠΑ, για παράδειγμα, εξυπηρετούν από καιρό τα συμφέροντα της Σαουδικής Αραβίας.

Τέλος, οι ταχύτατες εξελίξεις τις τελευταίες εβδομάδες, μας αναγκάζουν να εξάγουμε ένα ακόμα απογοητευτικό συμπέρασμα. Η υπόθεση δεν αφορά μόνο τη Συρία. Αφορά το μέλλον ολόκληρης της περιοχής, και η διευθέτηση του Συριακού είναι αδύνατη χωρίς την πολιτική αναδιάρθρωση της Μέσης Ανατολής. Και αυτό το πρόβλημα είναι κατά πολύ μεγαλύτερο σε μέγεθος και με πολλαπλώς υψηλότερους κινδύνους. Η σημερινή Ρωσία, ωστόσο, είναι σαφές ότι δεν πτοείται προ των κινδύνων.
--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Ο Φιόντορ Λουκιάνοφ, είναι ο διευθυντής σύνταξης του περιοδικού «Russia inGlobal Affairs» και επισκέπτης καθηγητής στην Ανώτατη Σχολή Οικονομίας.

geopolitics