Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2016

ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΣΤΗ ΣΤΙΓΜΗ

31-1-16


Γράφει ο Παναγιώτης Κούφας
Aξιωματικός Τεθωρακισμένων Ελληνικού Στρατού


Είναι στιγμές, που το αδυσώπητο ρολόι του γήινου χρόνου σταματά.

Στις στιγμές αυτές, το ρόλο της καταγραφής τον αναλαμβάνει το θυμικό και η συνείδηση του καθενός μας.



Αποτυπώνοντας με το υποκειμενικό κριτήριο της εξ ιδίων βίωσης των γεγονότων που σταμάτησαν το χρόνο.

Ίσως γι’ αυτό, οι στιγμές αυτές, δεν τεκμηριώνουν εύκολα την ιστορία, που εξ ορισμού της διακρίνεται από ψυχρή αντικειμενικότητα.

Ο χρόνος που μέλλει να κυλήσει μετά την καταγεγραμμένη στιγμή, θα απλώσει την απαραίτητη απόσταση από το γεγονός και τους εμπλεκόμενους σε αυτό, ώστε καταληκτικά να ακολουθήσει η αντικειμενική τεκμηρίωση της στιγμής και η τοποθέτησή της στο ιστορικό διηνεκές.

Μέχρι τότε, η αποτύπωση της, αποτελεί υποκειμενική μαρτυρία, που απλά συλλέγει τις πληροφορίες από όλο το φάσμα αυτών που συμμετείχαν στο γεγονός και διαμορφώνει το τελικό αρχείο επεξεργασίας, αυτό που αργότερα θα αναλάβει η ιστορία να καταγράψει στην αντικειμενική του διάσταση, επιτελώντας τον ύψιστο σκοπό της, την μόρφωση των ακολουθούντων γενεών.

Η ανθρώπινη συνείδηση όμως, θα συνεχίζει ως της τελευτής του καθενός μας, να αφυπνίζει με το ιδιόρρυθμο ξυπνητήρι της, στην επέτειο αυτών των στιγμών που ο χρόνος σταμάτησε, γιατί δεν χωρούσε ούτε στο μεγαλείο της εξιδανικευμένης πράξης, ούτε στη σοβαρότητα της ιστορικής καμπής, ούτε στο βάρος της ενδεχόμενης συνέπειάς του.


Νομοτελειακά, σύμφωνα με την ανθρώπινη μέθοδο καταγραφής του χρόνου, πέρασαν 20 χρόνια, από την αξημέρωτη νύχτα των Ιμίων.

Μια νύχτα, που με την παράδοξη –αλλά συνάμα λυτρωτική- συνειδησιακή μέθοδο, αποτυπώθηκε ανεξίτηλα στο θυμικό όλων όσων βρεθήκαμε υπηρετούντες υπό τα όπλα, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της ελληνικής επικράτειας.

Η καταγραφή της, ευεργετημένη από τις σύγχρονες μεθόδους αποτύπωσης και αναμετάδοσης της πληροφορίας, πλούσια και πολυσχιδής, η ανάλυσή της ακόμη περισσότερο διυλισμένη στο εργαστηριακό μικροσκόπιο της κριτικής που ακολούθησε, καθιστά περιττή την επανάληψη της.

Αντίθετα όμως, επιβάλλει τη στάση στη μνήμη των πεσόντων στο ύψιστο καθήκον της εκτέλεσης πολεμικής αποστολής, στη μνήμη των λησμονημένων πρωταγωνιστών που συνέχισαν την βιωτή τους, φορτωμένοι με την αλησμόνητη εμπειρία εκείνης της νύχτας.

Επιβάλλει τη διαρκή κρίση και αναθεώρησή της, μέσα από την εξελιγμένη από τότε καταγραφή των επακόλουθών της.

Χρεώνει τον καθένα μας, με το κληροδότημα της επίγνωσης και τον επιφορτίζει με την επαναλαμβανόμενη ανάλυση της, μέχρι να καταλήξει στα αντικειμενικά συμπεράσματα της.

Γιατί αυτά, θα γίνουν μάθημα επί του πρακτέου και θα διαμορφώσουν την συλλογική στάση μας, στο αβέβαιο μέλλον, που –ας μην είμαστε αιθεροβάμονες- μπορεί να επαναληφθεί.

Τα χρέη στην καταγεγραμμένη ιστορία μας, αυτή την ιδιόμορφη αλληλουχία των στιγμών που σταμάτησαν το χρόνο, είναι πολλά.

Τα χρεόγραφα που την αποδεικνύουν, δείχνουν και το μέγεθος αυτού του χρέους, αν υπάρχει ικανό μέτρο να το υπολογίσει.

Εδώ η εξόφληση, είναι καθόλα απαιτητή, σε βάρος της ηθικής αξίας του καθενός μας.

Ο όποιος τόκος υπερημερίας, θα επιβληθεί ανελέητος, είτε εάν παραμεληθεί το χρέος, είτε εάν έμμεσα ή έμμεσα γίνει προσπάθεια κουρέματος της αξίας του, στο βωμό της ανθρώπινης ανεπάρκειας για την υλική επιβίωση και την ανέμελη ευημερία.

Μέχρι στιγμής, η σύγχρονη γενιά των Ελλήνων, που μαστίζεται από την πολύμορφη κρίση τόσο των υλικών αξιών του βίου, που δοκιμάζεται από την διάβρωση της πυξίδας του ήθους της, που ταλανίζεται στο τρικυμιώδες πέλαγο της αβεβαιότητας και των αδιεξόδων, που υποθηκεύει εκούσια ή ακούσια το δυναμικό μέλλον των παιδιών της, δείχνει να μην λησμονεί και να μην διαγράφει από τη συνειδητή μνήμη της, τις ξεχωριστές στιγμές που στιγμάτισαν την ιστορία μας.

Υποδεικνύει ελπιδοφόρα πως ούτε στο μέλλον προδιατίθεται να λησμονήσει ή να προχωρήσει σε διαδικασίες παραγραφής των ιστορικών γεγονότων.

Το μόνο ειδοποιό στοιχείο, που κάνει ένα έθνος ξεχωριστό έναντι των άλλων, δεν είναι η αειθαλής επιβίωσή του στον μεταβαλλόμενο χρόνο, αλλά η σταθερή προσήλωσή του στις ηθικές αξίες των πράξεων αυτών που υπέγραψαν με την θυσία και το ίδιο τους το αίμα οι προγενέστεροί του.

Έτσι και σήμερα, δύο δεκαετίες μακρύτερα από την νύχτα που δεν ξημέρωσε, τη νύχτα που όλοι εμείς βρεθήκαμε με το δάκτυλο στη σκανδάλη των όπλων μας, κρατήσαμε τη μνήμη από τον κόμπο στο λαιμό που μοιραία ανεβαίνει κάθε τέτοιο ξημέρωμα και βουρκώνει τα μάτια.

Με τη σεμνότητα που οφείλει να διακρίνει αυτούς που γνωρίζουν, τη βεβαιότητα που διέπει αυτούς που είναι ακλόνητοι, την οφειλή που αναγνωρίζουν όλοι όσοι δεν άφησαν να λειανθούν τα γεγονότα ως αντάλλαγμα στις συγκυριακές σκοπιμότητες.

Το ξημέρωμα της 31ης Ιανουαρίου 1996, στην παγωμένη μεθόριο και στο λυσσασμένο από τα κύματα πέλαγο, άφησε πίσω του, τρείς ψυχές να ανάβουν το φάρο της μνήμης και να θυμίζουν τα αυτονόητα οφειλόμενα.

Σε μας απομένει η παραδοχή, πως η θυσία του Έκτορα, του Παναγιώτη και του Χριστόδουλου δεν ήταν μάταιη.

Απομένει και η δική μας υπογραφή, στην επιταγή που υπέγραψαν, εκείνο το ξημέρωμα στην κρύα καμπίνα του ΠΝ21, τη στιγμή που η άτρακτος του χανόταν στο βυθό του Αιγαίου, ένα μίλι από τις υπερασπιζόμενες βραχονησίδες των Ιμίων.


Σε μας απομένει η εξόφληση του χρέους.

geopolitics