Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2016

Στις συνεφιασμένες ημέρες των καιρών μας


18-1-16


Γράφει ο Γιώργος Τσακίρης


«Δύσκολοι καιροί, κατοχικοί
Κι ούτε μια λάμψη για ν’ ακουμπήσει ο νους»


Το μικρό αυτό δίστιχο «τριγυρνά» στο μυαλό μήνες τώρα, με αφορμή τα διαβάσματα που «κουβαλώ». Με αφορμή την εκκωφαντική απουσία της Ελληνικής διανόησης απ’ όσα τα τελευταία χρόνια συμβαίνουν στη χώρα.

Ναι, δεν γεννιούνται νέοι «Παλαμάδες», δεν σηκώνουν την πένα καινούργιοι 
«Σεφέρηδες», «Σικελιανοί», «Ελύτηδες», «Ρίτσοι», «Καζαντζάκηδες».

Λες και στέρεψ’ η έμπνευση στους νέους «Μαρκόπουλος», «Ξαρχάκους», «Χατζηδάκηδες».

Λες και στέρεψ’ η γνώση κι αποτραβήχτηκαν οι σοφοί, άλλοτε μπροστάρηδες και πυρπολητές του πνεύματος, σαν τα νερά μιας άμπωτης που δεν περιμένει καμιά παλίρροια.

Μήπως γιατί ο «πολιτισμός της μεταπολίτευσης» δημιούργησε μία γενιά που δεν είναι ικανή να σταθεί, όχι ισάξια αλλά, τουλάχιστον παραστάτης στα «τέκνα» των μεγάλων αυτών δημιουργών που προαναφέρθηκαν, και άλλων τόσων που θα ήταν βαρετό να τους απαριθμήσει κανείς έναν προς ένα ;

Γιατί κάθε φορά που ένας (πχ) Μ. Θεοδωράκης νιώσει την ανάγκη να εκφράσει μια γνώμη, τείνουμε όλοι ευήκοα ώτα για ν’ ακούσουμε ή να διαβάσουμε αυτά που έχει να πει ;

Ερωτήματα που ίσως βρουν μιαν απάντηση, εάν δεχθούμε το γεγονός πως η παραγωγή νέων διανοημάτων, ξεπλύθηκε, εξαφανίσθηκε μέσα στο πνεύμα της σύγχρονης εποχής των εύκολων και εύπεπτων συγγραμμάτων, που σκοπός τους δεν ήταν (και δεν είναι) να προβληματίσουν, να δημιουργήσουν νέες ιδέες, να καλέσουν σ’ ένα γόνιμο διάλογο, αλλά λειτουργούσαν (και λειτουργούν) ως … πασατέμπος που μετά το τέλος του απλά … τον ξεχνούσες και περνούσες στον επόμενο.

Δεν ένοιωσε όμως κανείς από τους σύγχρονους διανοητές μας -γιατί υπάρχουν- την ανάγκη να παράξει κάτι που θα προκαλούσε το νου ;

Μήπως κι εδώ κάποιοι επέλεξαν τον εύκολο «δρόμο της Κακίας» και όχι της «Αρετής», (κατά τον γνωστό μύθο) δημιουργώντας κάτι που γνώριζαν εκ των προτέρων πως θα έχει … εμπορική και όχι ποιοτική επιτυχία; Μήπως κάποιοι άλλοι εξαργύρωσαν τη σκέψη τους καταλαμβάνοντας έδρες σε ανώτερα και ανώτατα Πανεπιστημιακά ιδρύματα της χώρας ;

Και φυσικά, μήπως είναι και άλλοι που, καταλαβαίνοντας ίσως αυτό το τεράστιο κενό, επέλεξαν να εκφράσουν τις σκέψεις τους, αλλά επέλεξαν να το κάνουν εντασσόμενοι σε πολιτικές κινήσεις που μετεξελίσσονται σε κόμματα, επιβεβαιώνοντας και διαιωνίζοντας ουσιαστικά το ήδη υπάρχον κενό ;

Κι άλλα ερωτήματα λοιπόν κι ας σκεφθεί ο καθένας τις απαντήσεις του.

Το σίγουρο είναι πως, ακόμη και αν υπάρχουν σήμερα οι άνθρωποι εκείνοι που έχουν δεχθεί την πρόκληση να συνεχίσουν το έργο των διανοητικών τους προγόνων, δεν τους ξέρουμε. Δεν προβάλλονται πουθενά κι από κανένα. Τους γνωρίζει ίσως ένας στενός κύκλος δικών τους προσώπων, οι οποίοι απολαμβάνουν τη χαρά της ανταλλαγής απόψεων μαζί τους.

Πώς θα μπορούσε άλλωστε να γίνει διαφορετικά, όταν βομβαρδιζόμαστε καθημερινά από ευτελή και ανάξια λόγου δημιουργήματα, εγχώρια και ξένα, εμπρός από HD οθόνες, που κλιμακώνουν την συλλογική μας αμάθεια ;

Τεράστια η έλλειψη ή -έστω- η προβολή των ελάχιστων (δυστυχώς) σύγχρονων διανοητών της Ελλάδας.

Κι αν λείπει σήμερα ακόμη κι ένα πιάτο φαγητό, μια στέγη, μία δουλειά απ’ όλο και περισσότερους Έλληνες, είναι και δική τους ευθύνη.

Από την άλλη … υπάρχουν κι αυτές οι «στιγμές». Εκείνες που, όχι επειδή έγραψες ή είπες ότι είχες να πεις ή να γράψεις, απλά το μυαλό σταματά να σκέφτεται οτιδήποτε μπορεί να του εξάψει τη διάθεση να εκφράσει, αυτά που το «ταλαιπωρούν».

Και τότε, τι ;

Το κενό ; Η απραξία ; Η κατάθλιψη, ή εκείνη η κούραση της καθημερινότητας που σκεπάζει σαν βαριά, τσόχινη κουρτίνα Βικτωριανής εποχής τα «παράθυρα» της σκέψης ;

Και μήπως τελικά, μία από τις πιο αδυσώπητες αλήθειες του καιρού μας, είναι ακριβώς αυτό ; Ότι σταματήσαμε ως λαός, ως σύνολο, να «παράγουμε» με τη σκέψη μας, από απλές, καθημερινές λύσεις, μέχρι τα διαχρονικά εκείνα νοήματα που μας έκαναν ξεχωριστούς στο διάβα της Ιστορίας ;

Υπάρχουν σίγουρα φωτεινές εξαιρέσεις. Μονάδες ανθρώπων που όταν στρέφονται επάνω στους ίδιους και τα επιτεύγματά τους τα «φώτα της δημοσιότητας», με μία διάθεση θεατρικής παρουσίασης ως «φώτα της ράμπας» πολλές φορές, μας αφήνουν άφωνους. Κι έπειτα, φωτογραφίες, δεξιώσεις και ξανά το «σκοτάδι».

Συνηθίσαμε μήπως να αντιμετωπίζουμε αυτές τις καταστάσεις, ως μέρος της δικής μας ζωής ; Τις φωτεινές εκλάμψεις κάποιων πνευματικών ή πρακτικών ανθρώπων, που παρουσιάζονται ως πυροτεχνήματα σε κάποια φεστιβαλική γιορτή και τραβούν τα βλέμματά μας, για να ξεχαστούμε πρόσκαιρα, μοιραζόμενοι μεταξύ μας στιγμές χαράς, όπως το Άγιο Φως την ημέρα της Ανάστασης.

Συνηθίσαμε, μας συνήθισαν με τις διαχρονικές τους πολιτικές κατευθύνσεις εδώ και δεκαετίες, εκείνοι που εμείς αποφασίσαμε να μας εκφράζουν και εκπροσωπούν, σε αυτή την άνοια ενός γηράσκοντος λαού.

Ότι κι αν είναι, ήταν, ή πρόκειται να γίνει, η μόνη που μπορεί να ορθώσει το ανάστημά της στη διαρκή (πλέον) «συννεφιασμένη μέρα» των καιρών μας, είναι η Θέληση.

Μια Θέληση που οδηγεί σε Αποφάσεις και κινητοποιεί, που μπορεί και πρέπει να μείνει μακριά από την όποια ιδεολογικο-πολιτική τοποθέτηση του καθενός.



Μια Θέληση που μπορεί και πρέπει να γίνει Συνήθεια.

geopolitics