Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2016

Ισλαμική τρομοκρατία: Από το Παρίσι στις Βρυξέλλες


30-3-16



Γράφει ο Σταύρος Λυγερός*


Αν και όλοι σχεδόν πρόβλεπαν πως μετά τις πολύνεκρες και συνδυασμένες επιθέσεις στο Παρίσι το Νοέμβριο 2015, θα έπαιρναν σειρά οι Βρυξέλλες, οι βελγικές υπηρεσίας ασφαλείας απέτυχαν να αποτρέψουν το διπλό πλήγμα στο αεροδρόμιο και στο μετρό.

Τα στοιχεία από τις επιθέσεις στη γαλλική πρωτεύουσα έδειξαν ότι η επιχειρησιακή βάση των τρομοκρατών του Ισλαμικού Κράτους ήταν η μουσουλμανική συνοικία Μολενμπέκ στη βελγική πρωτεύουσα, όχι μακριά από την έδρα της ΕΕ.

Μετά τις επιθέσεις στο Παρίσι, το γκετοποιημένο Μολενμπέκ βρέθηκε στο μικροσκόπιο εγχώριων και ξένων ειδικών πρακτόρων. Αρκετές ξένες μυστικές υπηρεσίες, μάλιστα, είχαν προειδοποιήσει τις αρμόδιες βελγικές αρχές ότι επίκειται τρομοκρατική επίθεση. Σύμφωνα με την ισραηλινή εφημερίδα Χααρέτζ, είχαν δοθεί και πληροφορίες για τους πιθανούς στόχους. Οι σχετικές πληροφορίες, όμως, δεν αξιοποιήθηκαν, ή τουλάχιστον δεν κατέστη δυνατόν να αποτραπεί το διπλό πλήγμα.

Το γεγονός αυτό έχει τροφοδοτήσει μία πρωτοφανή κριτική για χώρα, η οποία έχει ακόμα ανοικτά τα τραύματά της. Το Βέλγιο θεωρείται ο αδύναμος κρίκος στο σύστημα ασφαλείας όσον αφορά την ισλαμική τρομοκρατία. Οι αρμόδιες υπηρεσίες του κατηγορούνται για αβελτηρία και ανικανότητα. Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι ευρύτερο. Το βελγικό πολιτικό σύστημα είχε βολευθεί με την γκετοποίηση των μουσουλμάνων, υποτιμώντας τις συνέπειες.

Είναι ενδεικτικό ότι ο για μήνες Νο 1 καταζητούμενος στην Ευρώπη Σαλάχ Αμπντεσλάμ συνελήφθη προ ημερών στο Μολενμπέκ, σε μικρή απόσταση από το πατρικό του. Το άτομο αυτό είχε κεντρικό ρόλο στις συνδυασμένες επιθέσεις του περασμένου Νοεμβρίου στη γαλλική πρωτεύουσα. Ο αδελφός του (Ιμπραήμ Αμπντεσλάμ), μάλιστα, ήταν ο καμικάζι που επιτέθηκε στο εστιατόριο Comptoir Voltaire.

Η θεωρία ότι η διπλή επίθεση ήταν αντίποινα για τη σύλληψή του δεν ευσταθεί. Σύμφωνα με πληροφορίες της CIA και της Μοσάντ η επιχείρηση σχεδιάσθηκε πριν αρκετό καιρό στη Ράκα της Συρίας, που είναι η πρωτεύουσα του Ισλαμικού Κράτους. Κατά πάσα πιθανότητα, όμως, η οδήγησε στην επίσπευση της επιχείρησης, επειδή οι τρομοκράτες φοβήθηκαν δικαιολογημένα ότι ο συλληφθείς θα αποκάλυπτε το σχέδιό τους.

Ας σημειωθεί ότι στο Βέλγιο των 11 εκατομμυρίων ζουν περίπου 500.000 μουσουλμάνοι. Το μεγαλύτερο γκέτο τους είναι το διάσημο πλέον Μολενμπέκ. Σ’ αυτή τη συνοικία των 100.000 ατόμων το ποσοστό της ανεργίας υπερβαίνει το 25% και η εγκληματικότητα χτυπάει κόκκινο.

Ο κοινωνικός αποκλεισμός παίζει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του ισλαμικού φονταμενταλισμού, ο οποίος είναι η ακραία εκδοχή του σουνιτικού Ισλάμ και λειτουργεί σαν δεξαμενή στρατολόγησης για την ισλαμική τρομοκρατία. Όποιος, όμως, θεωρεί ότι ο κοινωνικός αποκλεισμός είναι ο αποκλειστικός λόγος που ωθεί μουσουλμάνους στην ισλαμική τρομοκρατία κάνει λάθος.

Τα γεγονότα αποδεικνύουν ότι η ενσωμάτωση των μουσουλμανικών κοινοτήτων στις ευρωπαϊκές κοινωνίες είναι εξαιρετικά δύσκολη και συχνά αδύνατη. Σε πρώην αποικιοκρατικές χώρες, όπως η Βρετανία και η Γαλλία, όπου υπάρχουν μουσουλμανικές κοινότητες τρίτης γενιάς, ο ισλαμικός φονταμενταλισμός αναπτύσσεται.

Ενδεικτική του κλίματος που επικρατεί στο ευρωπαϊκό φιλελεύθερο πολιτικό σύστημα είναι η δημόσια ερμηνεία του Γιούνκερ. Πρώτα δήλωσε με εμφανή απορία ότι οι δράστες στο Παρίσι και στις Βρυξέλλες, όπως και οι δράστες παλαιότερων επιθέσεων, είναι μουσουλμάνοι που γεννήθηκαν στην Ευρώπη, φοίτησαν σε ευρωπαϊκά σχολεία και συμμετέχουν στην κοινωνική ζωή. Στη συνέχεια, ομολόγησε ότι καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν έχει να επιδείξει επιτυχίες στον τομέα της ενσωμάτωσης των μουσουλμάνων. Τέλος, και αυτό είναι το κρίσιμο, απέδωσε την αποτυχία σε όσους αρνούνται να αποδεχθούν και να ενσωματώσουν τους μουσουλμάνους που βρίσκονται πολλά χρόνια στην Ευρώπη.

Η ερμηνεία του είναι δέσμια της πολιτικής ορθότητας και ως εκ τούτου απελπιστικά μονομερής. Προφανώς, υπάρχουν ξενοφοβικές και ρατσιστικές δυνάμεις στην Ευρώπη. Προφανώς υπάρχουν διακρίσεις. Δεν είναι, όμως, αυτός ο αποκλειστικός λόγος της μη ενσωμάτωσης των μουσουλμάνων.

Υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις σουνιτών με υψηλές σπουδές και καριέρες στη Δύση, οι οποίοι για ιδεολογικούς λόγους προσχώρησαν στον ισλαμικό φονταμενταλισμό. Όπως, επίσης, υπάρχουν πολλές περιπτώσεις νεαρών μουσουλμάνων, που προέρχονται από υποβαθμισμένες συνοικίες και έχουν ποινικό μητρώο, οι οποίοι βρήκαν νόημα ζωής στον ισλαμικό φονταμενταλισμό και στη συνέχεια στρατεύθηκαν στην ισλαμική τρομοκρατία.

Οι αδελφοί Ιμπραήμ και Χαλίντ Μπακράουι, που αιματοκύλησαν τις Βρυξέλλες, είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα. Ήταν γνωστοί στην αστυνομία για ποινικά αδικήματα και αυτό κατά μία έννοια λειτουργούσε σαν ομπρέλα προστασίας. Οι αρχές ασφαλείας ταξινομούν συχνά σε κουτάκια, αδυνατώντας να κατανοήσουν τη μετάλλαξη ενός λούμπεν νεαρού μουσουλμάνου σε αποφασισμένο μαχητή του Ισλαμικού Κράτους και τρομοκράτη.

Σύμφωνα με δήλωση του ίδιου του Ερντογάν, ο Ιμπραήμ Μπακράουι είχε συλληφθεί από τις τουρκικές αρχές στην πόλη Γκαζιαντέπ, κοντά στα σύνορα με τη Συρία τον Ιούνιο 2015. Τον επόμενο μήνα είχε απελαθεί στην Ολλανδία ως ύποπτος για εξτρεμισμό και είχαν ειδοποιηθεί οι βελγικές αρχές. Οι Ολλανδοί τον άφησαν ελεύθερο λόγω έλλειψης στοιχείων. Από εκεί και πέρα, κανείς δεν ερεύνησε την περίπτωσή του και βεβαίως κανείς δεν τον εμπόδισε να αιματοκυλήσει με τους συντρόφους του τις Βρυξέλλες.

Η περίπτωση αυτή είναι και μία από τις πολλές που αναδεικνύουν το μεγάλο έλλειμμα συνεργασίας των ευρωπαϊκών υπηρεσιών ασφαλείας. Αν και τυπικά υπάρχει συνεργασία, στην πραγματικότητα, αυτή είναι ελλιπέστατη. Η ανταλλαγή πληροφοριών είναι περιορισμένη ακόμα και σε διαφορετικές υπηρεσίες της ίδιας χώρας! Δεν έχουν καταλήξει ούτε σε ενιαίους κανόνες για την αναγραφή των αραβικών ονομάτων στο λατινικό και στο κυριλλικό αλφάβητο, ώστε να ταυτοποιείται το όνομα με το πρόσωπο. Η Europol είναι πολύ αδύναμη για να καλύψει το κενό. Έχει προϋπολογισμό μόλις 100 εκατομμυρίων και έχει στο δυναμικό της μόνο 700 αστυνομικούς.

Όπως αποδεικνύεται από τα γεγονότα, οι ισλαμικοί τρομοκρατικοί πυρήνες στην Ευρώπη συγκροτήθηκαν κατά κανόνα από ριζοσπαστικοποιημένους νέους σουνίτες, οι οποίοι πήγαν στο Ιράκ και αργότερα στη Συρία για να πολεμήσουν στις γραμμές των τζιχαντιστών. Όσοι επιστρέφουν στρατολογούν κυρίως με βάση τους αρχέγονους δεσμούς εμπιστοσύνης: Στρατολογούν αδέλφια, ξαδέλφια, συγγενείς και στενούς φίλους. Υπενθυμίζουμε ότι έτσι είχε συμβεί και στη “17 Νοέμβρη” που ήταν μία τελείως διαφορετική, αλλά επίσης κλειστή οργάνωση.

Δεν πρέπει, λοιπόν, να εντυπωσιάζει το γεγονός ότι στον κατάλογο των τρομοκρατικών επιθέσεων στη Δύση τα τελευταία χρόνια πρωταγωνιστούν αδέλφια και φίλοι. Ούτε να εντυπωσιάζει το συμπέρασμα μελέτης που καταδεικνύει πως το στενό οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον γνωρίζει την προσχώρηση στον ισλαμικό φονταμενταλισμό και συχνά γνωρίζει και την πρόθεση συμμετοχής σε τρομοκρατική ενέργεια.

Στην περίπτωση της ισλαμικής τρομοκρατίας οι μυστικές υπηρεσίες συχνά πέφτουν θύματα της ροπής τους προς την τεχνολογία και ειδικότερα του γεγονότος ότι στηρίζονται πολύ στην παρακολούθηση των επικοινωνιών. Σύμφωνα με εμπειρογνώμονες, η μέχρι τώρα ανάλυση των τρομοκρατικών επιθέσεων καταδεικνύει ότι οι τζιχαντιστές καταφεύγουν σε παραδοσιακούς τρόπους επικοινωνίας, αποφεύγοντας συνομιλίες που θα μπορούσαν να τους προδώσουν.

Κατά τις ίδιες πηγές, υπάρχουν περιπτώσεις που τζιχαντιστές έχουν παραπλανήσει τις υπηρεσίες ασφαλείας, παριστάνοντας ότι συνεργάζονται μαζί τους και τους δίνουν πληροφορίες. Το παιχνίδι αυτό έχει όρια, αλλά όταν κάποιος έχει αποφασίσει να γίνει ανθρωποβόμβα μπορεί εύκολα να παραπλανήσει μέχρι να ολοκληρώσει την αποστολή του. Εκτός αυτού, ιμάμηδες που έχουν καταγγελθεί για εμπρηστικά κηρύγματα ισλαμικού φονταμενταλισμού όχι μόνο δεν ενοχλούνται, αλλά και προστατεύονται από τις υπηρεσίες ασφαλείας, επειδή θεωρούν ότι κατ’ αυτό τον τρόπο μπορούν να ελέγχουν τι γίνεται σε τζαμιά.

Παρά τα μαθήματα που μας δίνει η πραγματικότητα, οι υποστηρικτές του μοντέλου της πολυπολιτισμικής κοινωνίας συνεχίζουν να υποτιμούν την ιδιαιτερότητα και τη δύναμη της ισλαμικής ταυτότητας. Ταυτότητα, η οποία αρνείται τον δυτικό τρόπο ζωής και συχνά ωθεί σε γκετοποίηση.

Είναι ενδεικτικό ότι οι Έλληνες, Ιταλοί, Ισπανοί, Πορτογάλοι και Γιουγκοσλάβοι που μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο είχαν πάει εργάτες στη Δυτική Γερμανία ενσωματώθηκαν πλήρως. Μόνο οι Τούρκοι παραμένουν ακόμα σε ένα είδος γκέτο, παρότι προέρχονταν από μία μουσουλμανική χώρα, αλλά με κοσμικό καθεστώς.

Σε ακραίες περιπτώσεις, μάλιστα, η ένταση της ισλαμικής ταυτότητας προσλαμβάνει διαστάσεις απόρριψης της κοινωνίας και σε ακόμα πιο ακραίες διαστάσεις ενεργού εχθρότητας. Αυτού του είδους οι τζιχαντιστές ουσιαστικά θέτουν τον εαυτό τους εκτός της κοινωνίας στην οποία μεγάλωσαν. Για την ακρίβεια την θεωρούν θρησκευτικό και πολιτισμικό εχθρό τους. Γι’ αυτό και εκλαμβάνουν τον ομόθυμο θρήνο και την ομόθυμη αντίδραση των ευρωπαϊκών κοινωνιών σαν επιβεβαίωση της σημασίας που είχε η επίθεσή τους στο πλαίσιο του “ιερού πολέμου”.

Οι Γερμανοί που παρακολουθούν συστηματικά τα τζαμιά, όπου κατά κανόνα διακινείται η ακραία εκδοχή του Ισλάμ, είχαν υπολογίσει ότι στη μουσουλμανική κοινότητα της χώρας τους υπάρχουν περίπου 43.000 φανατικοί. Από αυτούς μόνο 450 χαρακτηρίζονταν δυνητικοί τρομοκράτες.

Μάλλον πρόκειται για υποεκτίμηση, αν ληφθεί υπόψη ότι από τη Γερμανία έχουν πάει στη Συρία και στο Ιράκ για να πολεμήσουν στις γραμμές του Ισλαμικού Κράτους τουλάχιστον 800. Ο αριθμός είναι μικρός αν συγκριθεί με τους 2030 που έχουν πάει από τη Γαλλία και τους 1600 που έχουν πάει από τη Βρετανία. Με όρους πληθυσμιακής αναλογίας, την πρώτη θέση κατέχει το Βέλγιο με περίπου 550, εκ των οποίων έχουν επιστρέψει τουλάχιστον 120.

Συνολικά στην Ευρώπη έχουν επιστρέψει από τη Συρία και το Ιράκ, όπου είχαν πάει για να πολεμήσουν στις γραμμές του Ισλαμικού Κράτους, περίπου 5000 άτομα. Όλοι τους έχουν εκπαιδευθεί στα όπλα και εικάζεται από τις υπηρεσίες ασφαλείας πως οι περισσότεροι εξ αυτών έχουν εκπαιδευθεί και στην πραγματοποίηση τρομοκρατικών επιθέσεων.

Σύμφωνα πάντα με εκτιμήσεις εμπειρογνώμονες σε θέματα ασφαλείας, στο εν δυνάμει αυτό τρομοκρατικό δίκτυο θα πρέπει να προστεθούν όχι μόνο όσοι μουσουλμάνοι κάτοχοι ευρωπαϊκών διαβατηρίων θα επιστρέψουν το επόμενο διάστημα από τη Συρία και το Ιράκ, αλλά και κάποιοι από τους φανατικούς ισλαμιστές που εισήλθαν στην Ευρώπη με το γιγαντιαίο κύμα των προσφύγων-μεταναστών του 2015.

Κάποιοι από αυτούς ήταν ήδη τζιχαντιστές και στάλθηκαν με σκοπό να εμπλουτίσουν τα τρομοκρατικά δίκτυα στις χώρες που θα εγκατασταθούν. Τον ίδιο δρόμο ενδέχεται να πάρουν και κάποιοι από τους φανατικούς ισλαμιστές που πήγαν στην Ευρώπη για άλλους λόγους. Εάν θελήσουν, δεν θα τους είναι δύσκολο να δικτυωθούν.

Τα τζαμιά είναι χώρος προσευχής, αλλά και χώρος γνωριμίας και επαφής. Το γεγονός ότι παρακολουθούνται από τις ευρωπαϊκές υπηρεσίες ασφαλείας δεν αποτρέπει προσηλυτισμό στον ισλαμικό φονταμενταλισμό και ενδεχομένως στη συνέχεια στρατολόγηση στην ισλαμική τρομοκρατία.

Τόσο στις μουσουλμανικές κοινωνίες όσο και στις μουσουλμανικές κοινότητες της Δύσης, οι φονταμενταλιστές όχι μόνο δεν είναι απομονωμένοι από τους υπόλοιπους σουνίτες, αλλά συχνά ισχύει το αντίθετο. Είναι πρόσωπα σεβαστά και με επιρροή. Δεδομένου ότι οι τρομοκράτες κινούνται στους κύκλους των φονταμενταλιστών σαν τα ψάρια στο νερό, έχουν εξασφαλίσει ένα ζωτικό χώρο αφενός κάλυψης και ενίοτε προστασίας, αφετέρου αναπαραγωγής τους και στο ιδεολογικό επίπεδο και στο επίπεδο της στρατολόγησης. Είναι, άλλωστε, εξαιρετικά δυσχερής η διάκριση ανάμεσα σ’ ένα φανατικό φονταμενταλιστή και σ’ έναν επίδοξο τρομοκράτη.

Προς το παρόν, πάντως, οι νεοφερμένοι τζιχαντιστές δεν είναι εξοικειωμένοι με το νέο περιβάλλον τους και ως εκ τούτου δεν είναι επιχειρησιακά έτοιμοι για να συμμετάσχουν ενεργά σε τρομοκρατικές ενέργειες. Όταν, όμως, θα μάθουν να κινούνται άνετα, θα ενισχύσουν το ισλαμικό τρομοκρατικό δίκτυο.

Η διπλή επίθεση στις Βρυξέλλες, τέσσερις και κάτι μήνες μετά τις επιθέσεις στο Παρίσι ήλθε με δραματικό τρόπο να υπογραμμίσει ότι οι δυτικές κοινωνίες δεν είναι αντιμέτωπες με μεμονωμένα πλήγματα, τα οποία αραιά και που ταράζουν την καθημερινότητα στις μεγαλουπόλεις της Ευρώπης. Πρόθεση της ισλαμικής τρομοκρατίας είναι όχι απλώς να την διαταράξει, αλλά με όπλο τη διάχυση του φόβου να την αλλοιώσει και εάν είναι δυνατόν να καταλύσει το μοντέλο της “ανοικτής κοινωνίας”.

Σε αντίθεση με άλλες κατηγορίες τρομοκρατών, που διατηρούν κάποιου είδους ηθικούς φραγμούς, η ισλαμική τρομοκρατία δεν έχει την παραμικρή αναστολή. Δεν έχει ενδοιασμούς για τις απώλειες αθώων. Από τη στιγμή που οι ίδιοι οι δράστες θεωρούν ότι θυσιάζονται για έναν ιερό σκοπό δεν διστάζουν να συμπαρασύρουν στον θάνατο αμάχους, ακόμα και μικρά παιδιά. Στα μάτια τους, άλλωστε, ο δυτικός άνθρωπος είναι όχι μόνο “άπιστος”, αλλά και εχθρός παρότι μπορεί να είναι γείτονας ή συμμαθητής τους.

Στην πραγματικότητα, η ισλαμική τρομοκρατία αντιπροσωπεύει μία ασύμμετρη απειλή που παραπέμπει σε πόλεμο πολιτισμών. Εξ ου και το φαινόμενο δεν αποτελεί πτυχή του παραδοσιακού γεωπολιτικού ανταγωνισμού. Μπορεί ορισμένες φορές να διασυνδέεται με αυτόν, αλλά τακτικά και όχι στρατηγικά.

Για τους τζιχαντιστές εχθρός δεν είναι μόνο οι φορείς και οι μηχανισμοί ενός κράτους. Εχθρός είναι τα ιδεολογικά και αξιακά παρακλάδια του Διαφωτισμού και ειδικότερα κάποια κράτη-κοινωνίες που έχουν ανακηρυχθεί εχθροί. Η χρήση κάθε μέσου που καλλιεργεί τον τρόμο στον εχθρό, είναι θεμιτή. Γι’ αυτό και δεν διστάζουν να καταφεύγουν τόσο στην τυφλή μαζική βία, όπως οι πρόσφατες επιθέσεις, όσο και στην τελετουργική βία, όπως οι βιντεοσκοπημένοι αποκεφαλισμοί.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η πολιτική σπάνια από μόνη της οδηγεί σε τόσο ακραίες συμπεριφορές. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθοριστικό ρόλο παίζει η ύπαρξη του θρησκευτικού υπόβαθρου και η νομιμοποιημένη από το Ισλάμ έννοια του “ιερού πολέμου”. Αυτό δεν σημαίνει ότι αιτία της ισλαμικής τρομοκρατίας είναι το θρησκευτικό δόγμα. Μία τέτοια ταύτιση θα ήταν όχι μόνο άτοπη, αλλά και επικίνδυνη.

Από την άλλη πλευρά, όμως, εθελοτυφλούν όσοι στο όνομα της πολιτικής ορθότητας αρνούνται την ύπαρξη οποιασδήποτε σχέσης μεταξύ των δύο. Δεν είναι τυχαίο ότι π.χ. κανένας Σέρβος δεν πραγματοποίησε επίθεση αυτοκτονίας, παρότι η χώρα του βομβαρδίσθηκε και ταπεινώθηκε από ο ΝΑΤΟ. Όπως δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι αιματηρές επιθέσεις των τζιχαντιστών γίνονται δεκτές με ικανοποίηση από εκατομμύρια μουσουλμάνους σ’ όλο τον κόσμο.

Δεν είναι, όμως, μόνο αυτό. Όπως αποδεικνύουν τα γεγονότα, ενώ η πρώτη γενιά μουσουλμάνων μεταναστών είναι κατά κανόνα νομιμόφρων και εργάζεται σκληρά για να ριζώσει, η δεύτερη και τρίτη γενιά έχει ενίοτε την τάση να ριζοσπαστικοποιείται. Το σύνηθες είναι η προσχώρηση στον ισλαμικό φονταμενταλισμό και σπανιότερα στην ισλαμική τρομοκρατία.

Το πολιτισμικό χάσμα που χωρίζει τον μουσουλμανικό κόσμο από τη Δύση και το παρελθόν της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας έχουν δημιουργήσει το υπόβαθρο μίας αντιπαράθεσης. Την τάση ριζοσπαστικοποίησης των απανταχού μουσουλμάνων τα τελευταία 15 χρόνια, όμως, τροφοδότησαν αποφασιστικά οι πρόσφατες επεμβάσεις της Δύσης και το αίσθημα ταπείνωσης που αυτές προκάλεσαν.

Με τις επιθέσεις της, η ισλαμική τρομοκρατία επιδιώκει να προκαλέσει έναν ακήρυχτο πόλεμο πολιτισμών για να υποχρεώσει τον μουσουλμανικό κόσμο να περιχαρακωθεί και να εισέλθει μαζικά σε τροχιά αντιπαράθεσης και σύγκρουσης με τη Δύση. Ταυτοχρόνως, οι πολύνεκρες και κατά κανόνα φανταιζί επιθέσεις των τζιχαντιστών μεγιστοποιούν την πολιτικοψυχολογική επίπτωση στη δυτική κοινή γνώμη. Λόγω της τεράστιας κάλυψης από τα διεθνή ΜΜΕ, αφήνουν βαθύτερη σφραγίδα. Προκαλούν μεγάλο θόρυβο κι ακόμα μεγαλύτερη ανασφάλεια.

Ο Mπιν Λάντεν είχε δηλώσει ότι εφεξής ο Δυτικός Κόσμος δεν θα μπορεί να κοιμάται ήσυχος. Πράγματι, η διάχυτη αόρατη απειλή μετατρέπει τους ανθρώπους στις δυτικές μεγαλουπόλεις σε έρμαια του φόβου και κατ’ αυτό τον τρόπο αποσταθεροποιεί την καθημερινότητά τους. Με άλλα λόγια, η ισλαμική τρομοκρατία είναι πρωτίστως εργαλείο ψυχολογικού πολέμου.

Ο κατάλογος των τρομοκρατικών επιθέσεων συνεχώς μεγαλώνει και κυρίως η συχνότητα αυξάνει εντυπωσιακά. Όλα, μάλιστα, δείχνουν ότι το φαινόμενο θα ενταθεί το επόμενο διάστημα. Μετά από μία περίοδο εντυπωσιακών στρατιωτικών νικών και επέκτασης, τον τελευταίο καιρό το Ισλαμικό Κράτος χάνει σταθερά έδαφος.

Αυτές τις ημέρες, ο συριακός στρατός ανακατέλαβε την Παλμύρα και έχει εκτοπίσει τους τζιχαντιστές από αρκετές περιοχές. Το ίδιο και οι κουρδικές δυνάμεις στα βόρεια. Από την πλευρά του, ο ιρακινός στρατός ανακατέλαβε σημαντικές σουνιτικές πόλεις και ετοιμάζεται να επιτεθεί στη Μοσούλη, η οποία βρίσκεται στα χέρια του Ισλαμικού Κράτους από τον Ιούνιο 2014.

Κατά γενική ομολογία, το Ισλαμικό Κράτος όχι μόνο έχει αποδυναμωθεί, αλλά και έχει εισέλθει σε φάση που πιθανόν να οδηγήσει ολοκληρωτική στρατιωτική ήττα του. Η προοπτική αυτή το έχει ωθήσει προς δύο κατευθύνσεις:

Πρώτον, να επεκτείνει την παρουσία και δράση του στο Μαγκρέμπ και ιδιαιτέρως στη Λιβύη, όπου έχει ήδη αποκτήσει και εδαφικά ερείσματα στην περιοχή της Σύρτης.
Δεύτερον, να κλιμακώσει τις τρομοκρατικές επιθέσεις του στην Ευρώπη, με σκοπό να τονώσει το ηθικό των μαχητών του και να δείξει ότι είναι σε θέση να προκαλεί τραύματα στους “σταυροφόρους”.
Όσο και αν οι Ευρωπαίοι δηλώνουν σε κάθε ευκαιρία ότι η ισλαμική τρομοκρατία δεν θα τους κάμψει, η αλήθεια είναι ότι οι συνέπειες στο πολιτικό επίπεδο είναι ήδη ορατές δια γυμνού οφθαλμού. Η οικονομική κρίση προκάλεσε τριγμούς και κάποια ρήγματα στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα, αλλά ο τρόπος που η ΕΕ χειρίζεται το προσφυγικό-μεταναστευτικό κύμα δημιουργεί τους όρους αποδόμησής της.

Δεν είναι μόνο η ανάδυση των στερεοτύπων και των αντιθέσεων στους κόλπους της Ένωσης. Ούτε μόνο το γεγονός ότι στις δημοσκοπήσεις στη Βρετανία έχει πάρει το πάνω χέρι η πλευρά που υποστηρίζει την έξοδο από την ΕΕ. Σε πρόσφατη δημοσκόπηση, το 53% των Γάλλων και το 45% Γερμανών τάσσεται υπέρ της διεξαγωγής δημοψηφίσματος και στις δικές τους χώρες με ερώτημα την παραμονή ή την έξοδο από την ΕΕ. Υψηλά είναι και τα αντίστοιχα ποσοστά στην Ισπανία κ στη Σουηδία. Όλα αυτά είναι σημάδια ότι το πουλόβερ αρχίζει να ξηλώνεται και ότι η τριπλή κρίση (οικονομική, προσφυγική-μεταναστευτική και ασφαλείας) ωθεί τους ευρωπαϊκούς λαούς σε μία παλινδρόμηση προς τα εθνικά κράτη.

Εκτός των άλλων, η επίθεση στις Βρυξέλλες απειλεί να τινάξει στον αέρα την πρόσφατη ευρωτουρκική συμφωνία. Το πρόγραμμα μετεγκατάστασης προσφύγων στις χώρες-μέλη δεν προχωράει. Η Πολωνία, μάλιστα, υπαναχώρησε και επισήμως από τη δέσμευσή της να φιλοξενήσει 7000 πρόσφυγες. Αρκετές ακόμα χώρες-μέλη είναι στο ίδιο μήκος κύματος, αλλά ακόμα αποφεύγουν να το πουν.

Τέλος, εάν πριν την επίθεση κάποιες χώρες-μέλη είχε σοβαρές επιφυλάξεις για την κατάργηση της βίζας για τους Τούρκους πολίτες, σήμερα το κλίμα είναι παντελώς αρνητικό. Κατά συνέπεια, θα ήταν υπεραισιόδοξο να περιμένει κανείς από την Άγκυρα να τηρήσει έστω και προς το παρόν τις δικές της δεσμεύσεις. Με αυτή την έννοια, θύμα της ισλαμικής τρομοκρατίας είναι και η Ελλάδα. Ίσως, μάλιστα, το μεγαλύτερο.


*Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα  Πρώτο Θέμα στις 26 Μαρτίου 2016

geopolitics