Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2016

Στις ΗΠΑ και την Ευρώπη οι πραγματικοί "ναρκο-μμυριούχοι"



Γράφει η Αννίτα Νιάκα


Στις ΗΠΑ και την Ευρώπη βρίσκονται πλέον οι πραγματικοί εκατομμυριούχοι των ναρκωτικών και όχι τόσο στη Λατινική Αμερική και άλλες περιοχές όπου αυτά παράγονται και εξάγονται. Το ποσό που ξόδεψαν οι Αμερικάνοι σε παράνομες ουσίες το 2010, υπολογίζεται σε 109 δισ. δολάρια, μέγεθος πολύ κοντινό με τα 108 δισ. δολάρια του 2000, όπως προκύπτει από σχετική έρευνα του Λευκού Οίκου. Και παρ’ ότι το μεγαλύτερο μέρος αυτών των παράνομων φαρμάκων και ναρκωτικών εισάγεται από άλλες χώρες, το μεγαλύτερο μέρος των ποσών που ξοδεύουν σε αυτά οι Αμερικανοί, παραμένει στις ΗΠΑ. Αυτό κυρίως λόγω του τρόπου με τον οποίο προστίθεται αξία στις παράνομες ουσίες, καθώς και της συντονισμένης προσπάθειας των κρατών για πάταξη του... ιδιαίτερα προσοδοφόρου αυτού παράνομου εμπορίου.

Για παράδειγμα, όταν η κοκαϊνη φτάνει στις ΗΠΑ, στοιχίζει περίπου 20.000 δολάρια το κιλό. Όταν πλέον όμως φτάνει στη «λιανική», κοστίζει γύρω στα 150.000 δολάρια το κιλό. Ο λόγος που συμβαίνει αυτό, είναι φυσικά ότι οι άνθρωποι που τη διακινούν σε αυτό το στάδιο, είναι και αυτοί που αντιμετωπίζουν τους μεγαλύτερους κινδύνους. Είναι αυτοί που παραλαμβάνουν ένα τόνο, τον χωρίζουν σε μικρότερα τμήματα, κιλών ή μερικών εκατοντάδων γραμμαρίων και με τη σειρά τους αποστέλλουν το εμπόρευμα σε εκατοντάδες συνεργάτες τους σε ολόκληρες τις ΗΠΑ (ή την Ευρώπη).

Αυτοί οι άνθρωποι είναι οι σύνδεσμοι ανάμεσα στη βάση ενός καρτέλ και τις διάφορες ομάδες που διανέμουν τα ναρκωτικά. Χρειάζεται να επενδύουν σε μία σειρά πραγμάτων: σπίτια – κρησφύγεττα όπου αποθηκεύονται και διαχωρίζονται οι παραλαβές, μεταφορικά μέσα και άτομα που τα προωθούν στους διακινητές και αρκετά άλλα καθημερινά κόστη.

Και φυσικά, η αναγκαιότητα να κρατούν κρυφές τις δραστηριότητές τους από τις Αρχές, μεγιστοποιεί τα έξοδά τους. Για παράδειγμα, μία τέτοια «γιάφκα» στην επάνω περιοχή του Μανχάτταν, που «πιάστηκε» το 2014, διέθετε εκτεταμένο σύστημα επιτήρησης του γύρω και του εσωτερικού χώρου.

Επίσης, έχουν να κάνουν με πολλούς διαφορετικούς ανθρώπους -«κάθε καρυδιάς καρύδι» όπως λέμε και στην Ελλάδα- και εάν συλληφθούν, πηγαίνουν στη φυλακή για πολλά χρόνια.

Άρα, λόγω του αυξημένου κινδύνου που αναλαμβάνουν, είναι σε θέση να χρεώνουν πολλά και ναμεγιστοποιούν τα κέρδη τους, τα οποία παραμένουν στις ΗΠΑ (και τις χώρες κατανάλωσης γενικότερα).

Από δολάρια σε πέσος: το «πλυντήριο»

Μόλις τα ναρκωτικά διανεμηθούν και τα μετρητά μαζευτούν, ξεκινά η διαδικασία «φιλτραρίσματος» των χρημάτων πίσω στα αρχηγεία των καρτέλ.

Όπως αντιλαμβάνεστε, οι ροές μετρητών –και ειδικά όταν είναι εκατομμυρίων δολαρίων- τραβούν αμέσως την προσοχή. Γι’ αυτό οι εγκληματικές οργανώσεις βασίζονται τόσο στη λαθραία μεταφορά «τσουβαλάτων» μετρητών, όσο και στο ξέπλυμα χρήματος για να κινήσουν το χρήμα.

Για τον δεύτερο αυτό σκοπό διαθέτουν ειδικές εταιρίες –φαινομενικές επιχειρήσεις- στις χώρες εισαγωγής και εξαγωγής (π.χ ΗΠΑ – Μεξικό), οι οποίες αποτελούν τα «πλυντήρια».

Επίσης, ξεπλένουν χρήμα μέσω των αγορών βασικών εμπορευμάτων. Για παράδειγμα, αγοράζουν στις ΗΠΑ χρυσό και διαμάντια και στη συνέχεια τα μεταφέρουν λαθραία στο Μεξικό. Πωλούνται εκεί και ξαφνικά... ορίστε! Από δολάρια έχουμε πέσος.

Δεν περιορίζονται όμως στα πολύτιμα μέταλλα. Το επίκεντρο για μεγάλο μέρος του ξεπλύματος χρήματος των καρτέλ είναι το Λος Άντζελες και ο κλάδος της... μόδας! Το πασίγνωστο καρτέλ Σιναλόα με τα χρήματα των ναρκωτικών αγόραζε ρούχα εισαγόμενα από την Κίνα, τα οποία αποθηκεύονταν σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις μόδας στο Λος Άντζελες. Τα ρούχα έπειτα αποστέλλονταν στο Μεξικό για μεταπώληση και τα κέρδη έφταναν στο χρηματοοικονομικό σύστημα της χώρας ως νόμιμες απολαβές.

Ούτε οι μεγάλες πολυεθνικές τράπεζες ξέφυγαν από τις μαζικές επιχειρήσεις ξεπλύματος χρήματος των καρτέλ. Τόσο η Wachovia, όσο και η HSBC έχουν αντιμετωπίσει έρευνες και τιμωρίες στις ΗΠΑ σε σχέση με κινήσεις παράνομου χρήματος.

Εν κατακλείδι, η εξαγωγή ναρκωτικών είναι μία εξαιρετικά προσοδοφόρα δραστηριότητα –γι’ αυτό και παγκοσμίως γνωστοί μεγαλέμποροι, όπως ο Πάμπλο Εσκομπάρ και ο Χοακίν «Ελ Τσάπο» Γκούζμαν, κατάφεραν να αποκτήσουν περιουσίες δισεκατομμυρίων δολαρίων, πουλώντας ναρκωτικά σε Αμερικανούς καταναλωτές. Πλέον ωστόσο, η «τσιμπίδα» του νόμου έχει ισχυροποιηθεί πολύ. Και έτσι, το μεγαλύτερο μέρος των «ναρκοχρημάτων» συνήθως δεν ταξιδεύει πολύ μακριά από την τελική χώρα πώλησης του εμπορεύματος.

geopolitics