Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2016

Το φαινόμενο Τράμπ



16-3-16


Το να ειρωνεύεται κανείς τον Ντόναλντ Τράμπ ως «κλόουν των ΜΜΕ» και ως «γυρολόγο δισεκατομμυριούχο με ασυνάρτητες πολιτικές ιδέες, είναι ίσως κατανοητό. Έχει δώσει πολλές αφορμές άλλωστε, στις πρόσφατες δημόσιες εμφανίσεις του. Μιλά έντονα, χρησιμοποιώντας βαρείς χαρακτηρισμούς για τους πολιτικούς του αντιπάλους.

Τάσσεται ευθέως κατά των μεταναστών, μιλά διθυραμβικά για τους αμερικανούς ήρωες πολέμου και γενικώς λέει όλα όσα θέλουν να ακούσουν οι πιο συντηρητικοί, παραδοσιακοί ψηφοφόροι του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Στην ιδιόρρυθμη εικόνα του, προστίθεται το γεγονός ότι δεν έχει εκλεγεί ποτέ σε δημόσιο αξίωμα, μονολότι πολλές φορές στο παρελθόν φλέρταρε, μεταξύ αστείου και σοβαρού, με την ιδέα να βάλει υποψηφιότητα για πρόεδρος των ΗΠΑ. Όλα αυτά εξηγούν ως ένα βαθμό γιατί πολλοί δεν τον παίρνουν στα σοβαρά. Μήπως όμως κάνουν λάθος;

Παρά το γραφικό τρόπο με τον οποίο τα ΜΜΕ προβάλλουν τον Ντόλαντ Τράμπ, δεν θα πρέπει η περίπτωσή του να εκλαμβάνεται ως «φάρσα». Πρώτον, διότι αυτήν τη φορά ο ίδιος έχει πάρει στα σοβαρά την προεκλογική του καμπάνια και δεν αστειεύεται. Προκειμένου να φέρει εις πέρας αυτήν την εκστρατεία, ο Τράμπ έχει θυσιάσει πολλές από τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες, ακόμα και την τηλεοπτική του εκπομπή. Θα πρέπει να θεωρηθεί ως ένας αυθεντικός υποψήφιος που αγωνίζεται για να κερδίσει. Είναι αντισυμβατική η καμπάνια του, αλλά πάντως αληθινή και -το σημαντικότερο-ο Τράμπ πιστεύει όντως ότι θα γίνει ένας εξαιρετικός πρόεδρος».
Δεύτερον, ο Τράμπ είναι οικονομικά εύρωστος και χρηματοδοτεί την καμπάνια του αποκλειστικά με ίδια μέσα, όπως έχει ήδη δηλώσει. Δεν εξαρτάται από καμία εταιρεία και δεν εκπροσωπεί άλλα οικονομικά συμφέροντα, πέρα από τα δικά του. Η οικονομική του ανεξαρτησία τον κάνει ακόμα πιο συμπαθή σε πολλούς ψηφοφόρους.

Τρίτον, η έντονη ρητορική του Τράμπ κατά των μεταναστών, τείνει ήδη να γίνει η βασική γραμμή των Ρεπουμπλικανών. Ο λαϊκισμός του χλευασμού από τον Τράμπ -στρεφόμενος εναντίον των μέσων μαζικής ενημέρωσης, καθώς και της πολιτική ελίτ- σταθεροποιεί έτσι σχεδόν όλη την προσοχή στην εικόνα και την προσωπικότητα του ίδιου του Τράμπ.

Με τον τρόπο αυτό, ανήκει σε μία γνωστή παράδοση επιχειρηματιών διασημοτήτων, που χρησιμοποιούν τα πλούτη και τη φήμη τους για να αποκτήσουν υπερμεγέθη επιρροή στις συζητήσεις σχετικά με το μέλλον του έθνους. Βιομήχανοι, όπως ο Leland Stanford και ο Andrew Carnegie και κεφαλαιούχοι όπως ο Jay Cooke και ο JP Morgan, κάποτε είχαν το πάνω χέρι επί της αμερικανικής οικονομίας.

Ο Τύπος κάλυπτε κάθε πράξη τους με πολιτική συνέπεια -είτε ήταν το σπάσιμο μιας απεργίας, η πρόκληση ή ο καθησυχασμός ενός πανικού στο χρηματιστήριο είτε η δωρεά εκατομμυρίων δολαρίων για έναν καλό σκοπό. Σπάνια όμως, αυτοί οι άνδρες έβαζαν υποψηφιότητα για πολιτικά αξιώματα. Γιατί να δώσουν μία ευκαιρία στο να χάσουν, όταν η οικονομική τους βαρύτητα τους έδωσε ήδη κυριαρχία έναντι εκείνων που κέρδισαν [στις εκλογές];
Όμως το ερώτημα, το οποίο πλανάται είναι αν οι ρεπουμπλικάνοι , μπορούν να αντέξουν την ρητορική του αμερικάνου δισεκατομμυριούχου η οποία σε κάθε περίπτωση απέχει πολύ απο τις πολιτικές κατευνασμού.

Πηγή:premium.paratiritis.gr

geopolitics