Τρίτη, 12 Απριλίου 2016

Μήπως η Ε.Ε. θα έχει το τέλος της ΕΣΣΔ; Ο “σεισμός” του ολλανδικού δημοψηφίσματος



12-4-16


Tου Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου
Τα μεγάλα δυτικά μέσα ενημέρωσης προσπάθησαν να υποβαθμίσουν ποικιλότροπα τη σημασία του ολλανδικού δημοψηφίσματος, και πριν και μετά τη διεξαγωγή του, αφενός υποβιβάζοντας την είδηση, αφετέρου επιχειρώντας, ως συνήθως, να την ερμηνεύσουν κατά το δοκούν. Αν και βέβαια υπήρξαν και πιο σοβαροί παρατηρητές που υπογράμμισαν ότι αυτό το δημοψήφισμα έρχεται τώρα να προσθέσει και άλλα «εκρηκτικά υλικά» σε ένα ευρωπαϊκό οικοδόμημα που μοιάζει όλο και περισσότερο να τρεκλίζει και για το οποίο, ο Τζορτζ Σόρος τουλάχιστον, επισημαίνει πάλι, από τις αρχές του χρόνου, την πιθανότητα να μας «αφήσει χρόνους».
Τα δύο τρίτα των Ολλανδών ψηφοφόρων που προσήλθαν στις κάλπες απέρριψαν την (νομικά αναγκαία) επικύρωση και από τη χώρα τους της συμφωνίας συνεργασίας ΕΕ-Ουκρανίας, που υποστηρίχθηκε από τη δική τους κυβέρνηση, από την ηγεσία της Ένωσης και επικυρώθηκε από τα 28 μέλη της. Παραμονές μάλιστα του δημοψηφίσματος, σε μια επίδειξη των βαθιά δημοκρατικών του πεποιθήσεων, ο πρόεδρος της ΕΕ κ. Γιούνκερ προειδοποίησε τους Ολλανδούς ότι θα αποσταθεροποιήσουν την ΕΕ αν ψηφίσουν Όχι!
Η συμφωνία αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως δευτερεύον τεχνικό κείμενο. Δεν είναι όμως. Συμπυκνώνει όλη την ευρωπαϊκή και δυτική πολιτική απέναντι στην πρώην ΕΣΣΔ, αλλά και, εμμέσως πλην σαφώς, τη στρατηγική διαρκούς διεύρυνσης της Ένωσης, που έχει προκαλέσει σοβαρή δυσφορία σε όλη την Ευρώπη.

Ο Ουκρανός Πρόεδρος Γιανουκόβιτς υπαναχώρησε αρχικά από τη συμφωνία αυτή, όταν η Μόσχα κατέστησε σαφές ότι έρχεται σε ουσιαστική σύγκρουση με την ιδρυτική συμφωνία της “Ευρασιατικής Ένωσης”, της οποίας ήταν μέλος η Ουκρανία. Η συμφωνία έδινε τη δυνατότητα ελεύθερης κυκλοφορίας στην Ουκρανία των ευρωπαϊκών προϊόντων, αλλά έτσι τα τελευταία θα έμπαιναν ελεύθερα, “από το παράθυρο”, στην ευρύτερη ευρασιατική αγορά. Η υπαναχώρηση Γιανουκόβιτς από τη συμφωνία οδήγησε στην ανατροπή του, στον αιματηρό εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε και στην ανανέωση του “Ψυχρού Πολέμου” στην Ευρώπη και παγκοσμίως. Αντιστρόφως, η συμφωνία συντηρεί την ελπίδα μιας μελλοντικής προσχώρησης της Ουκρανίας στην ΕΕ και συνιστά “πολιτική ένεση” στο νέο καθεστώς του Κιέβου, που τη χρειάζεται όσο ποτέ άλλοτε, σε συνθήκες μάλιστα σχεδόν απόλυτης οικονομικής καταστροφής της Ουκρανίας.

Στην πραγματικότητα, ψηφίζοντας όπως ψήφισαν, οι Ολλανδοί πολίτες απέρριψαν την πολιτική της διαρκούς διεύρυνσης της ΕΕ, που εντάσσει όλο και φτωχότερες χώρες στην Ένωση, χωρίς να τους παρέχει την αναγκαία στήριξη για να ενταχθούν. Το αποτέλεσμα είναι η είσοδος των νέων χωρών να υπονομεύει τόσο το κοινωνικό κράτος στις “παλιές” χώρες, όσο και την όποια εναπομείνασα δυνατότητα ανεξαρτησίας της Ευρώπης, χωρίς να βοηθά ιδιαίτερα τους νεοεισερχόμενους. Απέρριψαν επίσης, εμμέσως πλην σαφώς, την πολιτική του νέου ψυχρού (ελπίζουμε) πολέμου απέναντι στη Ρωσία, που έχει επιβληθεί στην ΕΕ από τους νεοσυντηρητικούς και το ΝΑΤΟ.

Αλλά και ήταν κάτι βαθύτερο που είπαν οι Ολλανδοί. Απέρριψαν τον απολύτως αντιδημοκρατικό τρόπο που χαράσσονται οι ευρωπαϊκές πολιτικές, τόσο σε ενωσιακό, όσο και σε εθνικό επίπεδο. Δεν υπάρχει δημοψήφισμα στην Ευρώπη εδώ και πάρα πολλά χρόνια, που να μην απέδειξε πέραν αμφιβολίας, το χάσμα που χωρίζει τους Ευρωπαίους πολίτες από την πολιτική των κυβερνήσεών τους και της Ένωσης.

Χάσμα που γίνεται ακόμα μεγαλύτερο από τον τρόπο με τον οποίο αντιδρούν οι αποδοκιμαζόμενες ηγεσίες. Στην περίπτωση του ολλανδικού δημοψηφίσματος, οι ηγέτες της ΕΕ, της Γερμανίας και της Γαλλίας, αντί να βγουν και να πουν, όπως κάποτε έκανε ο μακαρίτης Ανδρέας Παπανδρέου, όταν αποδοκιμάστηκε στις δημοτικές εκλογές, «πήραμε το μήνυμα», θα προσπαθήσουμε να ανταποκριθούμε στους φόβους ή τις προσδοκίες των ψηφοφόρων, υιοθέτησαν μια “στρατηγική Μαρίας Αντουανέττας”, δηλώνοντας ότι θα κάνουν ό,τι εκείνοι νομίζουν, αδιαφορώντας για το τι ψήφισαν οι πολίτες (1). Η ίδια η ολλανδική κυβέρνηση δεν μπορούσε βέβαια να το πει αυτό, είπε όμως ότι θα κοιτάξει να αλλάξει τον νόμο για τα δημοψηφίσματα. Με την ίδια λογική, θα μπορούσαν και οι ασθενείς να σπάνε τα θερμόμετρα, όταν τους δείχνουν υψηλό πυρετό.

 Άλλοι πάλι απέδωσαν σε συγκυριακές λεπτομέρειες, ή και στον “δάκτυλο Πούτιν” το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, ισχυρισμοί που στερούνται σοβαρότητος. Η στατιστική εδώ μιλάει μόνη της. Το 2004, οι Κύπριοι ψηφοφόροι απέρριψαν με δημοψήφισμα ένα σχέδιο λύσης του Κυπριακού στο οποίο επέμεναν με “λύσσα” όλοι οι Ευρωπαίοι πολιτικοί ηγέτες και η Κομισιόν (και το οποίο απέρρεε από τη στρατηγική διαρκούς διεύρυνσης). Την επόμενη χρονιά, οι Γάλλοι και οι Ολλανδοί ψηφοφόροι απέρριψαν την προταθείσα Ευρωπαϊκή Συνταγματική Συνθήκη, επίσης εναντίον της δικής τους και όλης της ευρωπαϊκής πολιτικής ηγεσίας (2). Ακολούθησε η άρνηση των Ιρλανδών (2007) να επικυρώσουν την πορεία που παίρνει η ευρωπαϊκή ενοποίηση. Πέρυσι, οι Έλληνες ψηφοφόροι, αν και αντιμετώπισαν τις φοβερότερες οικονομικές και πολιτικές πιέσεις που ασκήθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες επί λαού της Δυτικής, καπιταλιστικής Ευρώπης, απέρριψαν την ευρωπαϊκή πολιτική που ασκήθηκε στην Ελλάδα μετά το 2010. Σε όλα αυτά τα δημοψηφίσματα είδαμε μια “εκστρατεία τρόμου” από όλες σχεδόν τις πολιτικές ηγεσίες των μελών και της ίδιας της ΕΕ και των κύριων ΜΜΕ. Οι ψηφοφόροι τούς αγνόησαν σε όλες τις, πολύ διαφορετικές μεταξύ τους, χώρες και, κάθε φορά που είχαν τη δυνατότητα, αποδοκίμασαν με συντριπτικές πλειοψηφίες τις πολιτικές των κυβερνήσεών τους και της Ένωσης. 

Μερικές φορές τα αποτελέσματα αυτών των δημοψηφισμάτων μέτρησαν πρακτικά. Για παράδειγμα, η Κυπριακή Δημοκρατία διατηρήθηκε με τη μορφή που την ξέρουμε και δεν αντικαταστάθηκε από το μόρφωμα που θέσπιζε το σχέδιο Ανάν. Σε άλλες περιπτώσεις, όπως στη Γαλλία, βρέθηκαν νομότυποι τρόποι να παρακαμφθεί το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος.

Ανεξάρτητα όμως από το τι έγινε σε κάθε επιμέρους περίπτωση, αυτό που βλέπουμε είναι μια βαθειά κρίση απονομιμοποίησης της ΕΕ, των πολιτικών της και του τρόπου διοίκησής της (και των εθνικών κυβερνήσεων, που συχνά κρύβονται πίσω από αποφάσεις των Βρυξελλών που ελήφθησαν με τη συγκαταθεσή τους). Το ίδιο βλέπουμε επίσης σε όλη την ήπειρο με την “εκτόξευση” των outsiders στην κεντρική πολιτική σκηνή (ΣΥΡΙΖΑ, Podemos, Lepen, Corbyn, AfD). Σε αυτή την βαθιά πολιτικο-ιδεολογική κρίση της ΕΕ, πρέπει να προσθέσουμε επίσης την οικονομική κρίση, την προσφυγική και τις τρομοκρατικές επιθέσεις (κατεξοχήν αποτελέσματα των ευρωπαϊκών πολιτικών στη Συρία). Θα αντέξει το οικοδόμημα;

(1) Για μια σύνοψη των αντιδράσεων βλ. π.χ. https://www.express.co.uk/news/politics/659147/Dutch-referendum-EU-leaders-Ukraine-deal-Netherlands-no-vote-Juncker-Merkel-Hollande

(2) Αξίζει να υπενθυμίσουμε σε αυτό το σημείο, ότι το γαλλικό δημοψήφισμα του 2005 σηματοδότησε ήδη την πολιτική και ιδεολογική ρήξη του γαλλικού λαού με ολόκληρο το οικοδόμημα του Μάαστριχτ και το απονομιμοποίησε έκτοτε βαθιά. Η Γαλλία δεν είναι μια οποιαδήποτε χώρα. Είναι η ιδεολογική “μητέρα” της νεώτερης Ευρώπης, το “πολιτικό εργαστήρι” όλης της ηπείρου (Μαρξ), ο βασικός πυλώνας της ευρωπαϊκής ανεξαρτησίας από το 1945 έως πριν μερικά χρόνια. Και, φυσικά, ιδρυτικό μέλος μιας Ένωσης που ουσιαστικά υπήρξε κυρίως, στην αρχή, μια γαλλογερμανική ένωση.

http://mignatiou.com/

geopolitics