Παρασκευή, 27 Μαΐου 2016

Αφιέρωμα: Η Γεωπολιτική της Γλώσσας- Μέρος Ε'


27-5-16




Γράφει ο Γιώργος Αϊβαλιώτης
Αναλυτής γεωστρατηγικής και γεωπολιτικής ασφάλειας




(Το πρώτο μέρος μπορείτε να το διαβάσετε εδώ:
http://www.geopolitics.com.gr/2016/05/blog-post_64.html

Το δεύτερο μέρος μπορείτε να το διαβάσετε εδώ:
http://www.geopolitics.com.gr/2016/05/blog-post_789.html

Το τρίτο μέρος μπορείτε να το διαβάσετε εδώ:
http://www.geopolitics.com.gr/2016/05/blog-post_800.html

Το τέταρτο μέρος μπορείτε να το διαβάσετε εδώ:
http://www.geopolitics.com.gr/2016/05/blog-post_606.html )





Όπως αναφέραμε σε προηγούμενα μέρη της έρευνας στον ευρύτερο γεωγραφικό χώρο που περιβάλλει το Αιγαίο, έχει βρεθεί πληθώρα εξαιρετικά παλαιών αρχαιολογικών στοιχείων ακόμα και από φύλα και λαούς που δεν ήταν ελληνικά αλλά που έδρασαν με διακριτή πολιτισμική και γλωσσική ταυτότητα, και με συγκεκριμένες ονομασίες καταγεγραμμένες σε αρχαίες πηγές. Συνεπώς θα έπρεπε να είχαν ήδη βρεθεί και κάποια χειροπιαστά αρχαιολογικά ευρήματα κοινής ινδοευρωπαϊκής τεχνοτροπίας, ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία του και την επίδρασή του σε όλο τον κόσμο, μια και χρονικά τοποθετείται στην ίδια ή ακόμη και μεταγενέστερη εποχή, με αυτήν που αντιστοιχεί στα εν λόγω ευρήματα.

Αυτονόητο είναι ότι ένας τέτοιος λαός, για να ήταν σε θέση να επηρεάσει τις γλώσσες τόσων πολλών και διαφόρων μεταξύ τους λαών, θα έπρεπε -εάν είχε ποτέ υπάρξει- να παρουσίαζε κατά την περίοδο της μεγαλύτερης ακμής του, λίγο πριν την υποθετική αυτή εξάπλωση προς νότο, κάποιες προϋποθέσεις με τα εξής τουλάχιστον χαρακτηριστικά :

1) Να κατείχε μια σχετικά εκτεταμένη γεωγραφική περιοχή,

2) Να διέθετε ένα σημαντικό πληθυσμό από άποψη αριθμών,

3) Να διατηρούσε μια ισχυρή πολιτισμική και γλωσσική συνοχή, όσο και μια αξιομνημόνευτη παρουσία.

Με τα παραπάνω δεδομένα και σύμφωνα με το μοντέλο της γνωστής θεωρίας, αν η εξάπλωση της πρωτογλώσσας είχε ξεκινήσει από κάποιο κεντρικό πυρήνα, όπως προτείνουν, θα είχαμε την δυνατότητα να παρατηρήσουμε, μαζί με την αργή επέκταση του λαού αυτού για εκμεταλλεύσιμα εδάφη, και μια παράλληλη διακτίνωση, αμοιβαία κατανοητών γλωσσών, κατά το πρότυπο π.χ. των σλαβικών γλωσσών, διότι προφανώς η αργή επέκταση θα προσέφερε και τον αντίστοιχο χρόνο για την απρόσκοπτη μετάδοση της ίδιας της γλώσσας τους.

Το διάγραμμα εξέλιξης της ινδοευρωπαϊκής γλώσσας δηλαδή, αν έτσι είχαν τα πράγματα, θα παρουσίαζε μια γραμμική, προβλέψιμη και σε γενικές γραμμές ομαλή εξελικτική πορεία στον χρόνο, με ταυτόχρονη, σχεδόν, επέκταση προς όλες τις κατευθύνσεις και ομαλά φθίνουσα επιρροή της γενέτειρας γλώσσας, όσο απομακρυνόμαστε από το επίκεντρο, όπως ακριβώς συμβαίνει και σε μία έκρηξη.

Όμως, ένα τέτοιου είδους φαινόμενο δεν έχει παρατηρηθεί ποτέ, στην έκταση που ομιλούνται οι ‘ινδοευρωπαϊκές' γλώσσες, ούτε καν γύρω από τον Ελλαδικό χώρο. Είναι εξαιρετικά περίεργο, βάσει της εν λόγω θεωρίας, ο τρόπος που η σανσκριτική γλώσσα έχει αφήσει αρχαϊκά γλωσσικά κατάλοιπα στη βαλκανική χερσόνησο, σε αντίθεση με την ελληνική γλώσσα, όταν ο σανσκριτικός πυρήνας απέχει από τον εν λόγω χώρο, τουλάχιστον τριάντα φορές περισσότερο, από ότι ο αντίστοιχος ελληνικός.

Με δεδομένο λοιπόν ένα τόσο εκτεταμένο γεωγραφικό χώρο κάλυψης, το μοντέλο εξάπλωσης των γλωσσικών συγγενειών, που πρέπει να αναζητήσουμε, θα πρέπει να είναι εντελώς διαφορετικό, ενώ η προγονική κοιτίδα θα πρέπει να αναζητηθεί σε έναν χώρο, με κάποιες γεωγραφικές ιδιαιτερότητες, που να υποδεικνύουν δύο τουλάχιστον ειδών διαφορετικές αιτίες, σχετικές όμως και οι δύο με το υδάτινο στοιχείο :

Αφ' ενός μεν μια απότομη και εσπευσμένη διασπορά του προγονικού λαού, προς όλες σχεδόν τις κατευθύνσεις -όπως π.χ καταδεικνύουν τα ίχνη της φυσικής καταστροφής που επέφερε ο κατακλυσμός του Αιγαίου και αφετέρου η κοιτίδα αυτή θα έπρεπε λογικά να βρίσκεται κοντά στην θάλασσα και να κατοικείται από έναν λαό με πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες θαλάσσιας μετακίνησης συγκριτικά με τους γείτονές του.

Είναι φυσικό να θεωρήσουμε τις δύο παραπάνω περιπτώσεις, ως τις αμέσως πιθανότερες για την ερμηνεία της ασύμμετρης εξάπλωσης των γλωσσικών συγγενειών, με δεδομένα τα μέσα μεταφοράς και τις περιορισμένες δυνατότητες μαζικής μετακίνησης των λαών την προϊστορική εποχή, έχοντας αποκλείσει την επίγεια ομαλή εξάπλωση, ως μη δυνάμενη να καλύψει εξολοκλήρου τις τεράστιες αποστάσεις που απέχουν λαοί, οι γλώσσες των οποίων έχουν χαρακτηρισθεί "ινδοευρωπαϊκές". (Από την Ισλανδία μέχρι τον κόλπο της Βεγγάλης, και από την Σιβηρία μέχρι την Ιβηρική )

Είναι απαραίτητο να επισημάνουμε ξανά ότι στον χώρο του Αιγαίου, έχουν βρεθεί τα αρχαιότερα ίχνη ναυσιπλοΐας στον κόσμο! Μάλιστα σχετικά πρόσφατα, τον Νοέμβριο του 2005, ο Δρ. A.J.Ammerman, του πανεπιστημίου Colgate, της Νέα Υόρκης, βρήκε στη θέση Νησί της Κύπρου ίχνη που απέδωσαν την εξής πολύ σημαντική διαπίστωση : Από το 10.000 π.Χ. έχουμε αποδείξεις για την δυνατότητα των κατοίκων του Αιγαίου για μεγάλα αλιευτικά ταξίδια 80 με 160 χιλιόμετρων ημερησίως. Τα ίχνη αυτά είναι ένα μικρό μέρος από τα πάμπολλα, που έχουν ήδη βρεθεί διάσπαρτα στο Αιγαίο.

Το πρότυπο της ινδοευρωπαϊκής θεωρίας έχει επιβάλλει μια άτυπη παγίωση. Οι γλώσσες, που θεωρήθηκαν προερχόμενες από τον υποθετικό πρωτο-ινδοευρωπαϊκό λαό, να εκλαμβάνονται, μοιραία, ως η εξέλιξη ή παραφθορά μιας αρχικής μητέρας - γλώσσας, οπότε και οι όποιες γλωσσικές ομοιότητες μεταξύ τους- ως συνέπεια της εκτίμησης αυτής-, να θεωρούνται εκ προοιμίου κατάλοιπα της βασικής δομής, της υποθετικής αυτής γλώσσας. Δηλαδή οι ομοιότητες μεταξύ διαφόρων γλωσσών, εξηγούνται με τη θεωρία της κοινής κοιτίδας και οι διαφορές ως φθορά της γλώσσας, όσο αυτή απομακρύνεται από την κοιτίδα της.

Όμως, το ενδεχόμενο ότι οι γλωσσικές ομοιότητες μπορεί και να αποτελούν ένα στοιχείο, μεταγενέστερο της αρχικής δημιουργίας των βασικών ομάδων των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών, δεν λήφθηκε ποτέ σοβαρά υπ' όψη. Ότι θα μπορούσαν δηλαδή οι κοινές λέξεις και δομές, να αποτελούν μια εξωτερική γλωσσική επίδραση, που εισήχθη σε αυτές, από κάποια κοινή γλωσσική πηγή, αλλά με έναν διαφορετικό τρόπο μετάδοσης, έξω από την φυσιολογική και μακρόχρονη διαδικασία μετάβασης από μια μητρική σε μια θυγατρική γλώσσα.

Πρέπει λοιπόν να διερευνηθεί το ενδεχόμενο αν θα μπορούσε η Ελληνική ως υπαρκτή, ζωντανή και ιστορική γλώσσα, να ήταν στην αρχαϊκή της μορφή, η γενεσιουργός αιτία που δημιούργησε τις ποικίλες μεταξύ τους σχέσεις και όχι τις γλώσσες αυτές καθ’αυτές, οι οποίες άλλωστε θα μπορούσαν να έχουν αναπτυχθεί και από μόνες τους (σ.σ. εφόσον δεν πιστέψουμε πως κάποια «εξωγήινη» φυλή έφερε τη γλώσσα στον κόσμο για να εξημερώσει τους πιθήκους, τότε κάθε φυλή είχε τις ίδιες δυνατότητες γέννησης, ανάπτυξης και εξέλιξης της γλώσσας).

Κατά την άποψη του γράφοντος, θα έπρεπε να αξιολογηθούν, κατά κύριο λόγο, οι όποιες κοινές γλωσσικές καταβολές εντοπίζονται, επί του συνόλου μιας τόσο μεγάλης θεωρητικά οικογένειας και δευτερευόντως όσες προκύπτουν από την σύγκριση μικροτέρων και γεωγραφικά γειτονικών ομάδων γλωσσών (μέθοδος που έχει ακολουθηθεί στην περίπτωση της ινδοευρωπαϊκής θεωρίας). Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να εξετάσουμε αρχικά, εάν μπορούμε να θεωρήσουμε την Ελληνική ως μητέρα-γλώσσα, αποδίδοντας έτσι μητρογονική φύση στις σχέσεις της, με κάποιες γειτονικές της γλώσσες, όπως τα Λατινικά (τα οποία προέρχονται από την Χαλκίδα άρα δε μπορούν να θεωρούνται αδελφή γλώσσα προς την ελληνική).

Θα πρέπει όμως να ληφθεί σοβαρά υπ' όψη το ενδεχόμενο, να αποδοθεί μια πατρογονική φύση στις γλωσσικές σχέσεις μεταξύ της ελληνικής και άλλων πιο απομεμακρυσμένων γλωσσών -σε διαφορετικές χρονικές περιόδους-. Η διαφορά του όρου μητρική και πατρογονική έγκειται στο γεγονός ότι η μητρική γλώσσα γεννά μία άλλη ενώ η πατρογονική εμπλουτίζει και εμβολιάζει.

O παραλληλισμός αυτός με την εισαγωγή των αδόκιμων όρων 'μητρογονική ' και ‘πατρογονική' έγινε για να καταδειχθεί η φύση της διαδικασίας αφενός, και αφ' ετέρου το μέτρο της διαφοράς στην ταχύτητα της διεκπεραίωσης των γλωσσικών γενετικών πράξεων, όπως αντίστοιχα ορίζεται εκ φύσεως για τον καθένα εκ των δύο γονέων διότι :

-για την μεν μητέρα η διαδικασία της γένεσης συμβαίνει να είναι χρονοβόρα και ενδοσωματική,

-για τον δε πατέρα είναι ταχύτατη και το κυριότερο: εξωσωματική.

Χρησιμοποιώντας το παράδειγμα αυτό σε αντιστοιχία με την γένεση των διαφόρων ‘ινδοευρωπαϊκών' γλωσσικών σχέσεων, θα αποδείξουμε ότι στις περισσότερες περιπτώσεις η δεύτερη διαδικασία αποδίδει ορθότερα την πορεία διαμόρφωσης τους, με την χρήση του όρου ‘πατρική γλώσσα', αντί για ‘μητρική' για την περιγραφή ενός κοινού γλωσσικού προγόνου, ο οποίος μετέδωσε, με σχετικά ταχείες όσο και πολλαπλές επαφές, τα γλωσσικά του χαρακτηριστικά, σε πολλές και διαφορετικές ‘μητέρες' γλώσσες και σε πολύ μικρότερους χρόνους απ' ότι γενικά θεωρείται φυσιολογικό για την «κυοφορία» μιας νέας γλώσσας!

Μέσα από συνδυασμένες γλωσσολογικές και κοινωνιολογικές αναλύσεις, σε λέξεις που είναι κοινές στις περισσότερες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες, μπορούμε να αποδείξουμε ότι, σύμφωνα με το πρότυπο που εισηγείται η ινδοευρωπαϊκή θεωρία, ούτε μία από της κύριες ομάδες γλωσσών της ινδοευρωπαϊκής οικογένειας δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ο κεντρικός πυρήνας της, και φυσικά ούτε και η Ελληνική μπορεί να ανήκει στο είδος της ‘μητρικής γλώσσας', που εκ του εαυτού της γέννησε κάποιες «ινδοευρωπαϊκές» γλώσσες, και αντίστοιχες φυλές, εκτός ίσως από μερικές γλώσσες πολύ κοντινές γεωγραφικά και γλωσσικά, όπως είναι η Λατινική.

Όμως, όλα τα στοιχεία που υπάρχουν συγκλίνουν σε μια στέρεη πολυεστιακή απόδειξη : ότι η πρώτο-Ελληνική, σύμφωνα με τον παραπάνω ορισμό, είναι η πατρική γλώσσα των Ευρωπαίων, δηλαδή ο αναζητούμενος κοινός γλωσσικός παράγων, ο οποίος γονιμοποίησε πολλαπλές ‘μητέρες' γλώσσες επηρεάζοντας τις μορφογενετικά.
Η πολυδιάστατη αυτή επιρροή, (σε διαφορετικά χρονικά, τοπικά και γλωσσικά επίπεδα) συνίσταται στο να τους έχει προσδώσει κοινά γλωσσικά χαρακτηριστικά, είτε με την μορφή δανείων, είτε θεσπίζοντας για πρώτη φορά ονομασίες, για άγνωστες για τους λαούς αυτούς έννοιες, όπως την ορολογία για τον καθορισμό σχέσεων συγγενείας, την ονοματοδοσία ανθρωπίνων εσωτερικών οργάνων (π.χ. καρδιά), νέων τεχνικών κατασκευών (π.χ. ζυγός), καθώς και τις ονομασίες των βασικών αριθμών στα πλαίσια του πολιτισμικού μοντέλου, που τους μετέδιδαν οι Πρωτοέλληνες.

Η διαφορά πολιτισμικού επιπέδου αποτυπώθηκε πάνω στις γλώσσες της εν λόγω οικογένειας κατά τη διάρκεια των επαφών τους, όχι μόνο με την μορφή διάσπαρτων λέξεων, αλλά και με την μορφή της σύνταξης του λόγου, γεγονός το οποίο αντικατοπτρίζει μια ανεπιφύλακτη αποδοχή του τρόπου σκέψης των πρωτοελλήνων, και γενικά του πολιτισμικού τους προτύπου, κατά την χρονική στιγμή της ενσωμάτωσης τους.

Θα πρέπει να διευκρινίσουμε σε αυτό το σημείο ότι η διαφορά πολιτισμικού επιπέδου, μεταξύ πρωτοελληνικών και πρωτοευρωπαϊκών φυλών, πρέπει να αποδοθεί κυρίως στην κλιματική διαφορά που κράτησε την βόρεια και κεντρική Ευρώπη, κυριολεκτικά, στον πάγο, κατά την διάρκεια της μετάβασης από την λεγομένη μεσολιθική στην νεολιθική εποχή, και της στέρησε την δυνατότητα μιας ανάλογης εξέλιξης με την αντίστοιχη του περι-αιγιακού χώρου και όχι φυσικά σε κάποια ιδιαίτερη γενετική ανωμαλία του «ελληνικού» ή του «ευρωπαϊκού» DNA.

Τα χαρακτηριστικά αυτά -αν και ολιγάριθμα σε σχέση με τον συνολικό, συγκρίσιμο, γλωσσικό όγκο, μεταξύ των 'ινδοευρωπαϊκών γλωσσών, είναι τόσο θεμελιώδη, ώστε δημιούργησαν την βεβαιότητα ότι προέρχονται από μια κοινή μητέρα γλώσσα.

Το πιο πιθανό είναι ότι αυτή η βεβαιότητα μπόρεσε να εδραιωθεί, επειδή, συνήθως, οι ομοιότητες αποδεικνύονται περισσότερο ελκυστικές για την ανθρώπινη προσοχή, απ' ότι οι διαφορές. Η έμφυτη τάση του ανθρώπου να επικεντρώνεται στις ομοιότητες, ώστε να μπορεί να δημιουργεί συσχετισμούς, οδηγεί συχνά σε σφάλματα, και ιδίως όταν πρόκειται για συγκρίσεις μέσα από μεγάλες χρονικές διαστάσεις.

Έτσι πιθανόν, εξηγείται η αιτία που δόθηκε εξ' αρχής μεγαλύτερη βαρύτητα στις υπαρκτές, βεβαίως, αλλά συγκριτικά, ολιγάριθμες γλωσσικές σχέσεις μεταξύ των κυρίων "ινδοευρωπαϊκών" ομάδων, ενώ οι τεράστιες αναλογικά γλωσσικές διαφορές τους, είτε αγνοήθηκαν, είτε αποδόθηκαν εσφαλμένα στην εκφυλιστική επίδραση του χρόνου.

Όμως, όσοι ασχοληθούν σε βάθος με το θέμα, δεν θα μπορέσουν να εξηγήσουν, πώς η εκφυλιστική αυτή δύναμη του χρόνου επέδρασε τόσο επιλεκτικά, παραμορφώνοντας πλήρως τον κύριο όγκο των λέξεων, βασικών και δευτερευόντων εννοιών, αδιακρίτως, ενώ ταυτόχρονα επέτρεψε να διατηρηθεί, ασύμμετρα, σε σχέση με τους γραμματικούς κανόνες σχεδόν κάθε ινδοευρωπαϊκής γλώσσας, πλην της ελληνικής, ανέπαφο ένα πολύ μικρό τους μέρος, αποτελούμενο από βασικές λέξεις.

Είναι απαραίτητο στο σημείο αυτό να διευκρινισθεί, ότι όσο θα απείχαμε από την πραγματικότητα, εάν ισχυριζόμαστε ότι έχουν κοινή προέλευση η Αγγλική και η Αραβική, μόνο και μόνο επειδή περιέχονται στο λεξιλόγιο τους κοινές λέξεις, όπως ‘τηλέφωνο', και βάσει αυτών να αναζητούσαμε πάλι κάποια κοινή ‘μητέρα' τους, άλλο τόσο απέχει η αντίληψη ότι οι υπάρχουσες κοινές λέξεις και γραμματικές δομές επαρκούν για να προσδιορίσουν μια κοινή ινδοευρωπαϊκή μητέρα γλώσσα.

Μόνο με ένα τόσο χονδροειδές παράδειγμα μπορεί να καταδειχθεί πόσο ανεδαφική είναι η άποψη ότι, η γνωστή σε εμάς γλωσσική εξελικτική διαδικασία στον Ευρωπαϊκό χώρο επαρκεί για να εντοπισθούν τα ίχνη ενός λαού, ο οποίος υποτίθεται ότι έχει θέσει τις βάσεις για την δημιουργία ενός αρχικού πυρήνα των κεντρικών ομάδων των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών, ως σύνολο.

Η τεράστια αντοχή των γλωσσών, στο πέρασμα του χρόνου, μας έχει καταδείξει ότι οποιαδήποτε προσπάθεια να αναδιαταχθούν, τεχνητά, οι άπειρες διαδικασίες γλωσσικής εξέλιξης δεκάδων χιλιάδων χρόνων, δεν θα οδηγούσε παρά στην υποκατάσταση της επίπλαστης έννοιας «πρωτοινδοευρωπαϊκή φυλή», με κάποια άλλη αρχέγονη φυλή εξ' ίσου υποθετική και ανυπόστατη, εξασφαλίζοντας απλά την επανάληψη του σφάλματος της ινδοευρωπαϊκής θεωρίας με διαφορετική διατύπωση και διαφορετική κάθε φορά γεωγραφική τοποθέτηση της αρχικής της κοιτίδας.

Ο λόγος που καθιστά αδύνατο τον προσδιορισμό της αρχικής προέλευσης των, κατά τα άλλα, υπαρκτών γλωσσικών ομάδων, όπως είναι η Γερμανική, η Σλαβική, η Κελτική, η Ινδοϊρανική κλπ, είναι πως αν ποτέ είχε υπάρξει μια τέτοια αρχική ενότητα, γεγονός εξαιρετικά αμφίβολο, αυτή θα έπρεπε να αναζητηθεί σε εποχές, πολύ πρωθύστερες των τελευταίων παγετώνων και γεωλογικών ανακατατάξεων του 9.500 π.Χ., τουλάχιστον.

Στην πραγματικότητα, οι κύριες ομάδες γλωσσών απέκτησαν, στην πορεία του χρόνου, πάρα πολλές σχέσεις, λόγω των διαφόρων επαφών μεταξύ τους. Το γεγονός όμως ότι οι σχέσεις αυτές είναι ήδη αρχαιότατες, δεν σημαίνει ότι, από ένα χρονικό σημείο και μετά, παύουν να είναι και επίκτητες.

Παράλληλα, εξετάζοντας τις πιο κοινές από αυτές τις γλωσσικές ομοιότητες, όσες δηλαδή δεν θα μπορούσαν να είναι αποτέλεσμα διμερών σχέσεων, λόγω γειτνίασης, αφού εμφανίζονται στην πλειονότητα των γλωσσών της 'ινδοευρωπαϊκής οικογένειας', μπορούμε να εξάγουμε κάποια πολύ σημαντικά συμπεράσματα:

-Με δεδομένες τις τεράστιες αποστάσεις, που χωρίζουν τους λαούς, οι οποίοι τις έχουν ενσωματώσει στη γλώσσα τους και λόγω του ότι ορισμένες ετυμολογούνται μόνο στην Ελληνική (π.χ. η λέξη ζυγός) και ακόμη επειδή κάποιες άλλες υπακούουν σε γραμματικούς κανόνες της Ελληνικής (π.χ. οι λέξεις πατήρ, μήτηρ, φράτηρ και θυγάτηρ όπως θα δούμε αναλυτικότερα παρακάτω), μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι εμφανώς προέρχονται από μια ομόκεντρη πηγή πολιτισμού, με υψηλού επιπέδου γνώσεις στην ναυτιλία και τις επιστήμες, φέροντας μια επίσης υψηλού επιπέδου νοηματική γλώσσα, όπως αναγνωρίζεται παγκοσμίως η Ελληνική, διαχρονικά, καθώς όλα τα αρχαιολογικά και γεωλογικά στοιχεία, επίσης, συνάδουν προς αυτή την οπτική.

Με το συμπέρασμα βέβαια αυτό δεν υπονοείται σε καμία περίπτωση ότι εκείνη η πρωτοελληνική γλώσσα θα μπορούσε να ήταν και ο αρχικός πρόγονος ή έστω το κατάλοιπο κάποιου κοινού γλωσσικού προγόνου όλων των υπολοίπων «ινδοευρωπαϊκών» γλωσσών, με βάση το γνωστό μοντέλο της εν λόγω θεωρίας.

Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να θεωρηθεί πιθανό, τη στιγμή που ο πυρήνας της κάθε μιας από αυτές τις ξεχωριστές κύριες ομάδες της λεγόμενης «ινδοευρωπαϊκής» οικογένειας, δεν παρουσιάζει ορατή σύγκλιση, προς καμία γνωστή γλώσσα, που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως ‘μητέρα' των υπολοίπων, με δεδομένη την μεγάλη γλωσσική ανομοιογένεια και απόκλιση των κύριων ‘ινδοευρωπαϊκών' ομάδων μεταξύ τους, αφ' ενός, αλλά και του τεράστιου χρονικού διαστήματος, που θα απείχε ο ζητούμενος αρχικός πυρήνας της θρυλικής προπατορικής πρωτογλώσσας από την σχετικά πρόσφατη περίοδο της προϊστορίας.

Αυτό που μπορούμε να τεκμηριώσουμε είναι το εξής: ότι ο λαός που ομιλούσε την αρχαϊκή πρωτοελληνική Ιαπετική γλώσσα, με την δύναμη των πολιτισμικών στοιχείων, που κόμιζε, όσο και με την διείσδυση του μέσα σε διαφορετικούς λαούς, κατέστησε και τότε τη γλώσσα του αποδεκτή, ως αρχέτυπο, σε ένα πολύ μεγάλο μέρος του πλανήτη, δρώντας εποικοδομητικά και συμπληρωματικά, επί υπαρκτών γλωσσών της απόμακρης εκείνης εποχής, όπως ακριβώς συνεχίζει να δρα και σήμερα με την ανάμιξη των ποικίλων νοημάτων της περισσότερο γνωστής και αρκετά νεότερης, κλασσικής Αρχαιοελληνικής γλώσσας, σε όλες ανεξαιρέτως τις γλώσσες του κόσμου.

Στην επόμενη και τελευταία ενότητα αυτής της μελέτης θα δούμε ένα αντίστοιχο γλωσσολογικό συγκριτικό παράδειγμα με το οποίο στοιχειοθετείται ότι η ινδοευρωπαϊκή θεωρία, έχει μεν εντοπίσει ορθά τις ομοιότητες μεταξύ των γλωσσών, έχοντας τοποθετήσει αυτές σε ομάδες, ωστόσο έχει υποπέσει στο ίδιο σφάλμα που υποπίπτουν όσοι γνωρίζουν το αποτέλεσμα και ψάχνουν απλά τον τρόπο με τον οποίο μπορεί κάποιος να καταλήξει σε αυτό, την ίδια στιγμή που λείπουν από την ανθρωπότητα βασικά στοιχεία για την προέλευσή της.

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Ιδιοκτησία πνευματικών δικαιωμάτων του Geopolitics & Daily News - © 2016.

Το περιεχόμενο του site αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του Geopolitics & Daily News. Οποιαδήποτε πληροφορία (κείμενο, εικόνες, γραφικά) περιέχεται στο site μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για προσωπική, μη εμπορική χρήση. Είναι παράνομη η αντιγραφή, αναπαραγωγή, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, μέρους ή του συνόλου των περιεχομένων του site χωρίς προηγούμενη έγγραφη συγκατάθεση ή αναφορά της σελίδας.

geopolitics