Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2016

Όταν η απόγνωση οδηγεί στα άκρα. Η προσχώρηση νέων σε εξτρεμιστικές οργανώσεις.






27-7-16


Ελισάβετ Μπαρμπαλιού
Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια – Οικογενειακή Θεραπεύτρια




Στην ιστορία της ανθρωπότητας έρχεται να προστεθεί ακόμη µία περίοδος κοινωνικής έξαρσης και αναταραχής, η οποία ακολουθεί την οικονομική κρίση που διανύουμε και εκδηλώνεται µε συλλογικές συµπεριφορές ριζοσπαστικοποίησης και παράλογης βίας, από νέους κυρίως ανθρώπους, οι οποίοι έχοντας προσχωρήσει σε εξτρεμιστικές οργανώσεις εκφράζουν µε φανατισμό και δογματισμό την απόγνωσή τους. Πρόκειται για ένα πολυπαραγοντικό ψυχοκοινωνικό φαινόμενο, το οποίο δίνει το έναυσμα για περαιτέρω προβληματισμό και σκέψη καθώς το σπάσιμο των δομών που επιδιώκεται υποδεικνύει βαθύ κλονισμό στις ανθρώπινες σχέσεις ενώ σηματοδοτεί μεγάλη ρήξη στον κοινωνικό ιστό.

Σύμφωνα µε δήλωση του Φιλίπ Μπουαγιά, επικεφαλή της Γενικής Διεύθυνσης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Κράτους Δικαίου του Συμβουλίου της Ευρώπης,
περισσότερα από 25.000 άτομα, προερχόμενα από 100 διαφορετικές χώρες, είναι µέλη εξτρεμιστικών οργανώσεων, 6.000 εκ των οποίων είναι Ευρωπαίοι πολίτες. Το φαινόμενο επιβεβαιώνουν τα ιδιαίτερα ανησυχητικά αποτελέσματα έρευνας (ICM), σύμφωνα µε την οποία θετικά προσκείμενο προς το ISIS βρίσκεται το 27% των Γάλλων πολιτών 18 – 24 χρόνων, το 4% των Βρετανών και το 3% των Γερμανών νέων.

Ο φανατισμός, σε διάφορες ιστορικές συγκυρίες και κάτω από διάφορες αφορμές, πήρε τη μορφή ιερών και ανίερων πολέμων. Έγινε Ιερά Εξέταση, σταυροφορίες, αποικιοκρατία, εθνικισμός. Στη Γερμανία έγινε ναζιστικό κίνημα που στράτευσε ορδές νέων ανθρώπων να το υπηρετήσουν ενώ στη σύγχρονη Ελλάδα εκφράστηκε µε σχήματα ολοκληρωτικών απόψεων, όπως δικτατορίες και εξτρεμιστικές οργανώσεις. Η προβαλλόμενη ανάγκη για εθνική συνοχή των λαών, που βρέθηκαν υπό την κυριαρχία μεγάλων αυτοκρατοριών και υπερεθνικών κρατών (π.χ. Οθωμανική, Αυστροουγγρική. ΕΣΣΔ, κ.ο.κ.), αποτέλεσε πολλές φορές αφορμή για την κήρυξη εχθροπραξιών. Στο ίδιο πλαίσιο πολλά κράτη του σύγχρονου κόσμου, αντιμετωπίζοντας στο εσωτερικό τους κοινωνικά ρήγματα και σοβαρής φύσης οικονομικά προβλήματα, οδηγούνται να χαράσσουν πολιτικές που αποσκοπούν στον αποπροσανατολισμό του πληθυσμού τους από τις εστίες των κακώς κειμένων. Ως εκ τούτου κατασκευάζουν την ανάγκη για εθνική αφύπνιση προς αντιμετώπιση των επικείμενων εξωτερικών απειλών, µε αποτέλεσμα να αυξάνεται ο εθνικισμός και η ξενοφοβία. Από την άλλη, οι σύγχρονες συνθήκες διαβίωσης, µε τους γρήγορους ρυθμούς ζωής, τον συνωστισμό ετερόκλητων µμαζών στα μεγάλα αστικά κέντρα, την ανωνυμία και την κοινωνική αποξένωση που επικρατούν επιταχύνουν και ευνοούν την εμφάνιση και εξάπλωση ακραίων κοινωνικά φαινομένων. Επί πρόσθετα, ζώντας στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και μπροστά στον φόβο της εξαφάνισης της εθνικής ταυτότητας και της πολιτιστικής τους παράδοσης, κάποιοι λαοί ή ομάδες εξεγείρονται µε πρόσχημα τη διατήρησή τους.

Η περίπτωση των νέων Ευρωπαίων μουσουλμάνων, παιδιά δεύτερης και τρίτης γενιάς μεταναστών, που πήραν τα όπλα για να εκδικηθούν τις αξίες του δυτικού πολιτισμού, είναι ιδιαίτερα περίπλοκη και είναι αδύνατον να εξαντληθεί στο παρόν κείμενο. Σε μια πρώτη ανάγνωση οι νέοι αυτοί φαίνεται να βιώνουν μεγάλη προσωπική σύγχυση στη θρησκευτική και εθνική τους ταυτότητα. Κοινωνικά αποκλεισμένοι χωρίς όραμα, ελπίδα και προοπτική για το μέλλον τους, έχοντας δεχτεί απόρριψη από την κοινωνία στην οποία «ανήκουν» νιώθουν να υποβαθμίζεται η κουλτούρα, η θρησκεία και η ταυτότητά τους. Κοινωνοί του τραύματος της κακοποίησης που υπέστησαν οι πρόγονοί τους, λόγω αποικιοκρατικών πολιτικών, αλλά και της εκμετάλλευσης που υπέστησαν στις ευρωπαϊκές χώρες στις οποίες βρέθηκαν αργότερα, ορκίζονται εκδίκηση για την αδικία που βίωσαν. Στερούμενοι ταυτόχρονα από μια λειτουργική οικογένεια, η οποία θα μπορούσε να τους στηρίξει και να τους διδάξει τρόπους διαχείρισης των κρίσιμων καταστάσεων στη ζωή τους, απελπισμένοι και µόνοι καθώς είναι, προσφεύγουν σε εξτρεμιστικές ομάδες για να καλύψουν τα μεγάλα τους κενά.

Οι συνθήκες που ευνοούν ακραία κοινωνικά φαινόμενα, όπως τη δημιουργία εξτρεμιστικών οργανώσεων και τη γέννηση των απολυταρχικών καθεστώτων, βασίζονται σε κοινά θεμέλια, που υποδηλώνουν μια κατάσταση παρακμής και συνήθως αποτυπώνεται µέσω της πολιτικής ρευστότητας, της ανεργίας, της φτώχειας, της κοινωνικής ανισότητας, της διαφθοράς και των υψηλών ποσοστών εγκληματικότητας.

Η παρακμή αυτή, που εγκαθιδρύεται σταδιακά στα άτομα και στις κοινωνίες, μοιάζει να είναι το αποτέλεσμα της κυριαρχίας της ύλης έναντι του πνεύματος, μια διαδικασία ερήμωσης της ανθρώπινης ψυχής από αξίες και ιδανικά, µε την ταυτόχρονη υπερφόρτωσή της µε την εµµονική ενασχόληση αναζήτησης απολαύσεων, συσσώρευσης πλούτου και εξουσιών, κατανάλωσης υλικών αγαθών και καταχρήσεων. Η παρακμή ξεκινάει σε ηθικό και πνευματικό επίπεδο ενώ φτάνει στο σημείο να επηρεάσει και να υποδουλώσει όλους τους τομείς της ανθρώπινης υπόστασης. Γίνεται φανατισμός, παραλογισμός, χάος, εθνικισμός, μισαλλοδοξία και αποκτήνωση.

Ο Καστοριάδης (2000), στα πλαίσια στοχασμών του πάνω στην κοινωνία και την πολιτική, αναφέρει: «Σ ‘ ένα κείμενό µου γραμμένο το 1959-1960…περιέγραφα την είσοδο της κοινωνίας σε μια φάση απάθειας, ιδιωτικοποίησης των ατόµων, αναδίπλωσης του καθενός στον μικρό προσωπικό του κύκλο, αποπολιτικοποίησης που δεν ήταν πια συγκυριακή[…]. Η ιστορία της ανθρωπότητας…, είναι η ιστορία των φρικαλεοτήτων.., το θέμα του ολοκληρωτισμού: μήπως αποτελεί…την κατάληξη της τρέλας της κυριαρχίας μέσα σ’ έναν πολιτισμό που παρείχε τα μέσα εξόντωσης και πλύσης εγκεφάλου σε µμα κλίμακα άγνωστη ως τότε στην ιστορία ή μήπως αποτελεί ένα διεστραμμένο πεπρωμένο, έμφυτο στο μοντέρνο πνεύμα σαν τέτοιο, µε όλες τις αμφισημίες που κυοφορεί;».

Εστιάζοντας στους νέους που προσχωρούν σε εξτρεμιστικές οργανώσεις χρειάζεται να λάβουμε υπόψη µας το γεγονός ότι οι έφηβοι, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ηλικιακή ομάδα, έχοντας την ανάγκη του «ανήκειν» και της αποδοχής άνευ όρων γι’ αυτό που είναι, γίνονται ικανοί να κάνουν τα πάντα. Στην περίπτωση των νέων που έχουν προσχωρήσει σε παράνομες και βίαιες οργανώσεις, παρατηρούμε να φτάνουν στα άκρα προκειμένου να λάβουν την εκτίμηση και την αποδοχή των µελών της ομάδας στην οποία ανήκουν, αναπληρώνοντας µε διαστρεβλωμένο τρόπο την αίσθηση του «ανήκειν» σε μια οικογένεια που δεν είχαν ποτέ, αλλά και την ανάγκη τους για όραμα, στόχους και κίνητρα για τη ζωή και το μέλλον τους. Στερημένοι συναισθηματικά, απελπισμένοι και αποπροσανατολισμένοι καθώς είναι, ψάχνουν να βρουν στο πρόσωπο ενός ηγέτη, μιας οργάνωσης, μιας φιλοσοφίας ή ενός θρησκευτικού δόγματος ένα καταφύγιο, προκειμένου να ικανοποιήσουν τις βαθιές εσωτερικές τους ανάγκες.

Μέσα από προκαθορισμένους ρόλους και αρμοδιότητες, που τους δίνονται στα συγκεκριμένα πλαίσια οργανώσεων, τους δημιουργείται η ψευδαίσθηση ότι έχουν αποκτήσει ταυτότητα, ενώ αισθάνονται σημαντικοί και ξεχωριστοί διοχετεύοντας τη νεανική ενέργεια και το πάθος τους στην εκπλήρωση των σκοπών της οργάνωσης. Οι νέοι αυτοί αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως ισότιμα µέλη μιας ιδιαίτερα εκλεκτής ομάδας, η οποία τους προσφέρει όραμα, ενώ την ίδια ώρα τους κάνει να νιώθουν χρήσιμοι. Η ακλόνητη βεβαιότητα, ότι µόνο αυτοί κατέχουν την αδιαμφισβήτητη αλήθεια, τους προσφέρει «εσωτερική συγκρότηση» και «ισορροπία», την οποία έχουν ανάγκη. Ο Silke (2008), περιγράφοντας την ψυχολογία των νέων κυρίως ατόµων, τα οποία μετέχουν σε τρομοκρατικές οργανώσεις, αναφέρει ότι η προσχώρησή τους σε μια τέτοια ομάδα αυξάνει σημαντικά το κύρος τους.

Στην πραγματικότητα, η ατομική ταυτότητα των νέων εκμηδενίζεται καθώς διαχέεται σε ένα μεγαλύτερο σύνολο, το οποίο τους δίνει καινούργια χαρακτηριστικά συµπαρασύροντάς τους στους στόχους που εκείνο επιθυμεί. Τα άτομα στα πλαίσια της πειθαρχίας, της τυφλής υπακοής και της υποταγής τους στους σκοπούς και στους στόχους της οργάνωσης, την οποία υπηρετούν, μετατρέπονται σε άβουλα εκτελεστικά όργανα, έρμαια στα χέρια των εκάστοτε ηγετών και έτοιμα να θυσιαστούν γι΄ αυτήν.

Η Μίλλερ, εξετάζοντας τα γενεσιουργά αίτια του µίσους, γυρνάει στην πρώιμη παιδική ηλικία του ατόµου και στις σχέσεις που ανέπτυξε στην οικογένεια καταγωγής, για να τα προσδιορίσει. Θεωρώντας ότι η βία που ασκείται στα παιδιά γίνεται μπούμερανγκ για την κοινωνία, συσχετίζει την απάνθρωπη και αιμοσταγή συµπεριφορά που επέδειξαν δικτάτορες όπως ο Χίτλερ, ο Στάλιν, ο Μουσολίνι, ο Τσαουσέσκου, ο Ιντί Αμίν και ο Σαντάµ Χουσείν προς εκατομμύρια αθώων πολιτών, µε την κακοποίηση που υπέστησαν οι ίδιοι ως παιδιά από τον πατέρα τους. Μιλάει για τον ανέκφραστο θυμό που κουβαλούν, τον οποίο καμουφλάρουν πίσω από μια ιδεολογία, επισημαίνοντας ότι ο ανεπεξέργαστος αυτός θυμός σταδιακά μετατρέπεται σε µίσος, το οποίο τελικά εκτονώνεται µε ακρότητες: «Ο αδίστακτος τύραννος κινητοποιεί τους συγκαλυμμένους φόβους των ανθρώπων που κακοποιούνταν όταν ήταν παιδιά, ανθρώπων που δεν μπόρεσαν -και εξακολουθούν να μην μπορούν- να κατηγορήσουν τον πατέρα τους και οι οποίοι παραμένουν πιστοί σε αυτόν, παρά τα βασανιστήρια που έχουν υποστεί. Ο τύραννος συμβολίζει αυτόν τον πατέρα, από τον οποίο τα άτομα κρέμονται µε κάθε τους κλωστή, µε την ελπίδα ότι κάποτε επιστρατεύοντας την τυφλότητά τους θα τον μετατρέψουν σε στοργικό άνθρωπο».

Οι νευροεπιστήμες από την άλλη, εξηγούν τις ακραίες και βίαιες συµπεριφορές, υποστηρίζοντας ότι η παρατεταμένη έκθεση ενός νέου σε συνθήκες έντονου στρες, όπου επικρατούν η πλύση εγκεφάλου, ο επιβεβλημένος δογματισμός, οι άτεγκτες τεχνικές στρατολόγησης και εκπαίδευσής τους επιδρά αρνητικά στη δομή και στη λειτουργία του εγκεφάλου του. Πιο συγκεκριμένα αναφέρουν ότι διαταράσσεται η διασύνδεση μεταξύ των νευρώνων, μειώνοντας την ικανότητα της μάθησης, της λογικής σκέψης, της αντίληψης και ερμηνείας της πραγματικότητας καθώς και του αυτοελέγχου, ενώ συρρικνώνεται σε μεγάλο βαθμό η ικανότητα για ενσυναίσθηση, η κατανόηση δηλαδή της συµπεριφοράς και των συναισθημάτων των άλλων. Ως εκ τούτου η κοινωνική συµπεριφορά του νέου σταδιακά παύει να υφίσταται δίνοντας τη θέση της σε παραλογισμούς, ιδεοψυχαναγκασμούς και άλλες παθολογικές συµπεριφορές.

Ενόψει της διόγκωσης του κοινωνικού αυτού φαινομένου, το οποίο λαµβάνει σημαντικές διαστάσεις σε παγκόσμια κλίμακα, χρειάζεται να προβληματιστούμε και να συνεισφέρουμε όλοι, ο καθένας μέσα από τον ρόλο του, µε ατομική αλλά και συλλογική ευθύνη, αρχικά ως προς την κατανόησή του και στη συνέχεια μέσα από προτάσεις και τρόπους διαχείρισής του.

Καθώς η καταστολή δεν αρκεί, γιατί απλά λειτουργεί στο καθεστώς «οφθαλμός αντί οφθαλμού», αναπαράγοντας µόνο πόνο και µίσος, η πρόληψη μοιάζει να μπορεί να προσφέρει μια εναλλακτική διέξοδο, η οποία θα βοηθήσει όχι µόνο προσωρινά αλλά και σε βάθος χρόνου την αποφυγή γέννησης τέτοιων φαινομένων.

Πιο συγκεκριμένα, η πνευματική καλλιέργεια και η παιδεία των πολιτών αποτελούν τη βάση αυτής της πρόληψης. Οι πνευματικοί άνθρωποι του εκάστοτε τόπου, σε συνεργασία µε την πολιτική ηγεσία, μπορούν να χαράξουν πολιτικές που θα διασφαλίζουν την ειρήνη, την ασφάλεια, την ομαλή συνύπαρξη των πολιτών και τη συνεργασία μεταξύ των λαών. «Οι πολιτικοί είναι οι πρακτικοί άνθρωποι που δίνουν λύσεις. Αλλά αν δεν ξέρουν, αν αυτοσχεδιάζουν, αν οι πνευματικοί άνθρωποι του τόπου δεν τους έχουν επισημάνει δύο τρία στοιχεία, δεν θα μπορέσουν να κάνουν τη δουλειά τους», ανέφερε ο Στ. Ράμφος σε πρόσφατη συνέντευξή του. Το μέλλον φαντάζει καταδικασμένο και δυσοίωνο όταν οι πολιτικοί ηγέτες, στερούμενοι πνευματικής καλλιέργειας, ανταποκρίνονται µε τον ίδιο τρόπο στη βία και στον φανατισμό, σπέρνοντας τον τρόμο και την εκδικητικότητα, απευθυνόμενοι στα ζωώδη ανθρώπινα ένστικτα και όχι στην πνευματικότητα, τις αξίες και τα ιδανικά του σύγχρονου ανθρώπου.

Εν κατακλείδι, χρειάζεται να βρισκόμαστε σε πνευματική εγρήγορση καθώς διανύουμε μια εξαιρετικά δύσκολη εποχή, όπου η κρίση κλιμακώνεται και τείνει να εκτονωθεί σπρώχνοντας άτομα και ομάδες στα άκρα. Αντί να απομονωνόμαστε είναι σημαντικό να λειτουργούµε συλλογικά, ενθυμούμενοι ότι στις περιπτώσεις εκείνες όπου η οικογένεια, το σχολείο, η κοινωνία και η πολιτεία απουσιάζουν και σιωπούν, το κενό που αφήνουν πίσω τους γεμίζει µε άγνοια, ατομικισμό, παραλογισμό και σκληρότητα. Σε τέτοιες συνθήκες επωάζουν και κάποια στιγμή ξυπνούν τα πρωτόγονα και άγρια ανθρώπινα ένστικτα, οι λανθάνουσες δυσκολίες, ο πόνος από τα ανεπούλωτα ψυχικά τραύματα πρότερων εμπειριών, τα οποία έχοντας μείνει ανεπεξέργαστα φτάνουν στο σημείο να γιγαντώνονται παίρνοντας διάφορες μορφές, καταρρακώνοντας την αξία και την αξιοπρέπεια της ανθρώπινης ύπαρξης.

Ως εκ τούτου, όταν βρισκόμαστε μετέωροι, είναι σημαντικό να αναζητούμε το ισοζύγιο εκείνο που θα µας ισορροπεί, προκειμένου να αποφεύγουμε να βλέπουμε την καταστροφική πλευρά στην ιστορία του ανθρώπινου γένους να επαναλαμβάνεται. Η επένδυση στις ανθρώπινες σχέσεις, η γνώση του εαυτού µας, η προσφυγή στις πανανθρώπινες αξίες, η γνώση της ιστορίας, η αξιοποίηση του έργου των προγόνων µας, λειτουργώντας σαν πηγή έμπνευσης και στήριξης στις δύσκολες και κρίσιμες αυτές στιγμές της ανθρωπότητας, μπορούν να επαναφέρουν τη χαμένη ισορροπία, χωρίς την οποία δεν μπορούμε να ζήσουμε.


---------------------------------------------------------------------------------


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ – ΠΗΓΕΣ:

Καστοριάδης, Κ. (2000). Η άνοδος της Ασηµαντότητας. Αθήνα Ύψιλον. (σελ. 119).
Μiller, Α. (2013). Δρόµοι της ζωής. Έξι ιστορίες. Αθήνα: Ροές
Silke, A. (2008) Holy Warriors: Exploring the Psychological Processes of Jihadi Radicalisation. 5/1: 99-123
Αναζητώντας την κοινή λογική µε τον Στέλιο Ράµφο www.liberal.gr


--------------------------------------------------------------------------------------------------------


Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Κοινωνική Επιθεώρηση τεύχος 15 Δεκέμβριος 2015.


geopolitics