Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2016

Το Ψυχογράφημα της Τουρκικής Εξωτερικής Πολιτικής και η Λύση του Κυπριακού Σήμερα,

3-8-16



Γράφει ο Χρίστης Ενωτιάδης

Το Ψυχογράφημα της Τουρκικής Εξωτερικής Πολιτικής και η Λύση του Κυπριακού Σήμερα.
 60 χρόνια μετά την έκθεση Ερίμ, η Τουρκία έχει πετύχει επί εδάφους την υλοποίηση της. Συνεπώς, το που βρίσκεται σήμερα το Κυπριακό δεν ήταν ούτε είναι μια γεωπολιτική συγκυρία αλλά απότοκο μιας σταθερής και συγκροτημένης εξωτερικής πολιτικής.

Η διεκδίκηση και επανάκτηση της Κύπρου ήταν πλήρως συνυφασμένη με την πολιτική των Κεμαλιστών οι οποίοι είχαν θέσει ως στόχο την εδαφική παλινόρθωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με όρους του 20ου αιώνα. Η πρώτη επιτυχία αυτής της πολιτικής ήταν η προσάρτηση της Αλεξανδρέττας στην Τουρκία μετά από δημοψήφισμα το 1939. Ιστορικά η περιοχή της Αλεξανδρέττας και της Αντιόχειας κατοικούνταν κυρίως από αραβικούς πληθυσμούς. Ωστόσο εκεί ζούσαν και αρκετοί Τούρκοι, Αρμένιοι, Έλληνες ορθόδοξοι, Έλληνες καθολικοί, Μαρωνίτες, Κούρδοι και Εβραίοι. Το 1923 η περιοχή παρέμεινε κομμάτι της Συρίας, που τελούσε τότε υπό γαλλική κατοχή. Όταν οι Σύροι κατάφεραν να αποκτήσουν την ανεξαρτησία τους από τους Γάλλους, η συγκεκριμένη περιοχή έγινε αυτόνομη και ο Ατατούρκ, το 1937, απαίτησε να ενωθεί με την Τουρκία. Ένα χρόνο αργότερα έστειλε τον στρατό του να εκτοπίσει τον αραβικό πληθυσμό, κάτι που άλλαξε την αναλογία των εδρών στην τοπική βουλή. Το 1938 ιδρύθηκε η Δημοκρατία του Χατάι και ένα χρόνο αργότερα η κυβέρνησή της αποφάσισε να ενωθεί με την Τουρκία, αφού πρώτα διενήργησε δημοψήφισμα.

Για την Ε/κ πλευρά, και ιδιαίτερα για την πολιτική ηγεσία που σήμερα διαπραγματεύεται λύση του κυπριακού, είναι σημαντικό να αντιληφθεί ότι η επανάκτηση της Κύπρου υπήρξε από δεκαετιών διαχρονικός στόχος της Τουρκικής Υψηλής Στρατηγικής στο Κυπριακό που πραγματώθηκε το 1974 όταν το διεθνές περιβάλλον και τα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων το επέτρεπαν.

Χρονολογία λοιπόν ορόσημο που έθεσε την Κύπρο επίσημα στην ατζέντα της εξωτερικής πολιτικής της σύγχρονης Τουρκίας είναι το 1956, όταν η Τουρκική κυβέρνηση με Πρωθυπουργό τον Αντνάν Μεντερές ανέθεσε στον καθηγητή συνταγματικού δικαίου Νιχάτ Ερίμ την εκπόνηση σχεδίου για την επανάκτηση της Κύπρου επί της οποίας τα όποια δικαιώματα είχαν απωλεσθεί με την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης το 1923 με την οποία η Τουρκία παραιτείται από κάθε δικαίωμα έναντι της Κύπρου.

Οι δύο σχετικές εκθέσεις που υποβλήθηκαν με ημερομηνίες 22 Νοεμβρίου και 12 Δεκεμβρίου 1956, αντίστοιχα, προέβλεπαν τα εξής:

i. Οι διεκδικήσεις στην Κύπρο θα πρέπει να στηρίζονται σε πολιτικούς λόγους χωρίς να διαταράσσονται οι σχέσεις με τη Μεγάλη Βρετανία

ii. Στην Κύπρο διαβιούν δυο διαφορετικές κοινότητες, δυο διαφορετικές ολότητες δύο οντότητες η κάθε μια από τις οποίες έχει το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης. Το μέλλον των δύο οντοτήτων των δύο λαών, ανεξαρτησία, ένωση με την μητέρα-πατρίδα, συνέχιση της Βρετανικής διοίκησης ή κάτι άλλο θα αποφασισθεί κατόπιν δημοψηφίσματος σε κάθε μια απ’ αυτές. Βλέπε Δημοψήφισμα 2004 για το Σχέδιο Λύσης Ανάν.

iii. Η αρχή της αυτοδιάθεσης θα πρέπει να εφαρμοσθεί με τη μετακίνηση ελληνικού πληθυσμού, ώστε να υπάγεται στη διοίκηση της επιθυμίας του, αλλά και να μην καταπατούνται τα δικαιώματα της τουρκικής κοινότητας που είναι μειοψηφία και να διασφαλίζεται επίσης η ασφάλεια της Τουρκίας.

iv. Η Τουρκία θα πρέπει να καθορίσει την προσφορότερη μορφή διχοτόμησης, λαμβάνοντας υπόψη τα οικονομικά και στρατιωτικά της συμφέροντα, καθώς και τα συμφέροντα των Τουρκοκυπρίων. Στην ασφάλεια της περιοχής που θα παραχωρηθεί στους Ρωμιούς της Κύπρου θα πρέπει να συμμετέχει και η Τουρκία, γιατί το θέμα σχετίζεται τόσο με την ασφάλεια της ίδιας όσο και με αυτήν της Μέσης Ανατολής

v. Πρέπει να επιδιωχθεί η ελεύθερη μετάβαση Τούρκων στην Κύπρο . Υπό την προϋπόθεση ότι θα λάβουμε τα μέτρα μας, το σύνολο του τουρκικού πληθυσμού μπορεί να αυξηθεί στο ποσοστό που ανερχόταν επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τότε δε θα ανησυχούμε για την έκβαση του δημοψηφίσματος που θα γίνει είτε για τον καθορισμό του συνόλου της νήσου είτε για τη διχοτόμηση.»

Σύμφωνα με το Άρθρο 181 του Συντάγματος, «η Συνθήκη Εγγυήσεως της ανεξαρτησίας, της εδαφικής ακεραιότητος και του Συντάγματος της Δημοκρατίας, η συνομολογηθείσα μεταξύ της Δημοκρατίας και του Βασιλείου της Ελλάδος, της Τουρκικής Δημοκρατίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας ως και η συνθήκη στρατιωτικής συμμαχίας η συνομολογηθείσα μεταξύ της Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Ελλάδος και της Τουρκικής Δημοκρατίας, τα κείμενα των οποίων είναι προσηρτημένα τω παρόντι Συντάγματι ως Παραρτήματα Ι και ΙΙ κέκτηνται συνταγματικήν ισχύν.» Ας σημειωθεί ότι επικεφαλής της τουρκικής αντιπροσωπείας για την σύνταξη και επεξεργασία του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας ήταν ο αρχιτέκτονας της Τουρκικής πολιτικής για την Κύπρο, Νιχάτ Ερίμ.

Μετά την εισβολή και την παράνομη κατοχή του 37% των εδαφών της ΚΔ, η Τουρκία έχει προβεί σε εποικισμό των κατεχομένων αλλοιώνοντας το δημογραφικό χαρακτήρα του νησιού. Το 1571 αμέσως μετά την τουρκική κατάκτηση ο ντόπιος ελληνικός πληθυσμός της Κύπρου υπολογίστηκε σε 150.000 περίπου και οι Μουσουλμάνοι, συμπεριλαμβανομένων των ούτως καλούμενων Λινοβάμβακων, αριθμούσαν 45,000 περίπου, δηλαδή ποσοστό 23%. - Π. Μ. Σαμαρά, ενθ. αν., σ. 21. Σε απογραφή του πληθυσμού που έγινε το 1891, ο πληθυσμός ανήρχετο 209, 291 εκ των οποίων οι 161,247 ήσαν Χριστιανοί και οι 48,044 μωαμεθανοί – Εφημερίδα «Φωνή της Κύπρου» 15 Μαΐου 1891 – δηλαδή ποσοστό 23% https://hephaestus.nup.ac.cy/bitstream/handle/…/8547/49.pdf…

Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι η Τουρκία παραμένει σταθερή στους στόχους της ασχέτως ποιο κόμμα κυβερνά. Πιο συγκεκριμένα, τα τελευταία 14 χρόνια που κυβερνά το ισλαμικό κόμμα ΑΚΡ με ηγέτη τον Ερντογάν, η επεκτατική εξωτερική πολιτική της Τουρκίας όχι μόνο δεν έχει παρεκκλίνει από το σταθερό της στόχο αλλά έχει υποκινήσει και εμπλακεί ενεργά στον αιματηρό εμφύλιο της Συρίας σε μια προσπάθεια να ανακτήσει εδάφη της πάλαι ποτέ Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Έκδηλα λοιπόν το πρώτο χαρακτηριστικό του «ψυχογραφήματος» της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας είναι ότι θέτει αμετάθετους στόχους τους οποίους υλοποιεί σε βάθος χρόνου εκμεταλλευόμενη τη γεωστρατηγική σημασία της χώρας και όταν οι συγκυρίες της το επιτρέπουν, ει δυνατόν υπό το μανδύα της διεθνούς νομιμότητας. Στόχος της η ανάδειξη της Τουρκίας ως περιφερειακής δύναμης σε βάρος των όμορων χωρών. Το μόνο μεταβλητό είναι η στρατηγική που εφαρμόζει την οποία προσαρμόζει ανάλογα με τις διεθνείς εξελίξεις και συγκυρίες.

Δεδομένων των πιο πάνω, το εύλογο ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο μετά από 60 χρόνια οι διεθνείς και περιφερειακές συνθήκες έχουν αλλάξει σε βαθμό που να επιβάλλουν την αλλαγή των σχεδιασμών της Τουρκίας. Η απάντηση δεν είναι απλή. Εκείνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να αποπειραθούμε να αναλύσουμε τις παρούσες συνθήκες μέσα στις οποίες η Τουρκία καλείται να λάβει αποφάσεις αναφορικά με τη λύση του κυπριακού προβλήματος:

i. Τα τελευταία 4 χρόνια έχει προστεθεί ακόμη μια γεωπολιτική και γεωοικονομική διάσταση στο ζωτικό χώρο της Αν. Μεσογείου, πιο συγκεκριμένα αυτή της ανεύρεσης κοιτασμάτων υδρογονανθράκων στην Κυπριακή ΑΟΖ, που καθιστά ακόμη πιο επιτακτικό για την Τουρκία τον άμεσο ή έμμεσο έλεγχο της Κύπρου.

ii. Σήμερα η Τουρκία βρίσκεται εγκλωβισμένη στα ίδια τα σύνορα της και επιχειρεί προς πάσα κατεύθυνση σε αναζήτηση του «ζωτικού της χώρου» στη βάση της ναζιστικής θεωρίας που οδήγησε στο Β’ ΠΠ. Ακολουθεί μια αλλοπρόσαλλη εξωτερική πολιτική επαναπροσδιορισμού του ρόλου της στον Καύκασο, τα Βαλκάνια και ευρύτερα στη Μέση Ανατολή- βλέπε την εσκεμμένη διάρρηξη των σχέσεων της με το Ισραήλ μετά από σχεδόν 10 χρόνια στενής οικονομικής και στρατιωτικής συνεργασίας που είχε ως αποτέλεσμα τον «επανασχεδιασμό» του χάρτη της Μέσης Ανατολής- , η οποία την έχει αποξενώσει από όλα τα όμορα κράτη όπως η Ελλάδα, το Ιράν, το Ιράκ και η Συρία και εσχάτως από την ίδια τη Ρωσία. Ο στόχος της Τουρκίας σε ότι αφορά τις περιφερειακές της σχέσεις είναι διττός. Από τη μια επιδιώκει εξομάλυνση και ανάπτυξη των οικονομικών και πολιτικών της σχέσεων με τις χώρες αυτές, οι οποίες έβλεπαν και συνεχίζουν να βλέπουν την Τουρκία με καχυποψία, ενώ την ίδια στιγμή στοχεύει σε μια δυναμική πολιτική στα θέματα που αφορούν το μέλλον των μουσουλμανικών κοινοτήτων ή μειονοτήτων, κατάλοιπα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

iii. Η σημερινή ρευστή κατάσταση στο εσωτερικό της Τουρκίας εγκυμονεί κινδύνους για την Ελλάδα στο Αιγαίο αλλά και για την Κύπρο. Δεν αποκλείεται, σε μια προσπάθεια αποπροσανατολισμού της εσωτερικής κοινής γνώμης αλλά και προώθησης της εσωτερικής ενότητας και συνοχής στο στρατό η Τουρκική κυβέρνηση να επιλέξει να εξάξει την εσωτερική κρίση δημιουργώντας «κρίσεις» στο Αιγαίο και την Κύπρο.

Δεδομένων των πιο πάνω φαίνεται σχεδόν αδύνατο η Τουρκία να συναινέσει σε λύση του κυπριακού η οποία να της αφαιρεί τα επεμβατικά της δικαιώματα (ειδικά όταν την ίδια στιγμή επιδιώκει να αποκτήσει τα ίδια δικαιώματα σε άλλες χώρες με μουσουλμανικές μειονότητες – Βλέπε Βαλκάνια) αλλά και της στερεί πρόσβαση στον ορυκτό πλούτο της Κυπριακής ΑΟΖ.

Αλλά αν για χάριν συζήτησης δεχθούμε ότι η Τουρκία, συνυπολογίζοντας τα οφέλη από τη λύση και το κόστος της μη-λύσης, συναινέσει σε λύση που θα ικανοποιεί τους Ε/κ, μπορεί κανείς να έχει εμπιστοσύνη σε μια Τουρκία που , ακόμα και όταν συμφωνεί, προσβλέπει στην παραβίαση της συμφωνίας;

Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι η αναφορά στο «βίο και την πολιτεία» της Οθωμανικής, Κεμαλικής και Νέο-Οθωμανικής Τουρκίας που καταδεικνύει με τον πιο περίτρανο τρόπο με πόση ευκολία περιφρονεί το Διεθνές Δίκαιο και τις Διεθνείς Συμφωνίες που έχει υπογράψει. Διαχρονικά η Τουρκία έχει αποδείξει ότι χρησιμοποιεί το δίκαιο του ισχυρού και δεν υπακούει στο διεθνές δίκαιο, στις διεθνείς αρχές, τους νόμους και τις συμβάσεις.

Συνεπώς, δεν είναι καθόλου τυχαίο που η Τουρκική εξωτερική πολιτική χαρακτηρίζεται ως «αναθεωρητική», αφού Τουρκία γνωρίζει πώς να ελίσσεται ανάλογα με τις διεθνείς συγκυρίες και τα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων- Βλέπε Συνθήκη του Μοντρέ για το καθεστώς των Στενών το 1936. Κατ’ αυτό τον τρόπο επιδιώκει και πετυχαίνει την αλλαγή του status quo. Ενίοτε όμως χρησιμοποιεί το δίκαιο του ισχυρού – Βλέπε προσάρτηση της Αλεξανδρέττας το 1939 και εισβολή και παράνομη κατοχή 37% του εδάφους της Κύπρου το 1974.

Απτό παράδειγμα της αναθεωρητικής Τουρκικής εξωτερικής πολιτικής αποτελεί η έναρξη αμφισβήτησης Ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στο Αιγαίο. Από το 1973 η Τουρκία έχει θέσει στόχο την αναθεώρηση του καθεστώτος του Αιγαίου, επιδίωξη την οποία ούτε αποκρύπτει ούτε συγκαλύπτει. Ο Πρωθυπουργός της εισβολής Μπουλέντ Ετζεβίτ δήλωσε χωρίς περιστροφές ότι τα προβλήματα στο Αιγαίο είναι πολιτικά και όχι νομικά παρακάμπτοντας έτσι το Διεθνές Δίκαιο και τις Διεθνείς Συμβάσεις που καθορίζουν το καθεστώς του Αιγαίου. Στόχος της Τουρκίας είναι να εξαναγκάσει την Ελλάδα, συχνά με την απειλή βίας, να προσέλθει σε άνευ όρων διαπραγματεύσεις για την εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος ισότιμης συγκυριαρχίας στο Αιγαίο. Ας μην ξεχνάμε τη δημιουργία γκρίζων ζωνών στο Ανατολικό Αιγαίο το 1996 και πιο πρόσφατα τις προσπάθειες αναθεώρησης της Συνθήκης της Λωζάννης. Ο πρώην Πρόεδρος της Τουρκίας Τουργκούτ Οζάλ δήλωνε χαρακτηριστικά το 1986 ότι «η παρούσα κατάσταση η οποία υπάρχει μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας δεν είναι ικανοποιητική. Εάν η Τουρκία ήξερε πού θα την οδηγούσε η Συνθήκη της Λωζάνης δεν θα την είχε υπογράψει ποτέ…. Εμείς δεν ξεχνούμε ότι χάσαμε μέσα από τα χέρια μας τα νησιά, τα πάτρια τουρκικά εδάφη». Στο δε βιβλίο του «Το Στρατηγικό Βάθος», ο τέως Πρωθυπουργός Αχμέτ Νταβούτογλου γράφει: «Το status quo που διαμόρφωσαν τα νησιά του Αιγαίου, τα οποία κατά ένα απερίσκεπτο τρόπο εγκαταλείφτηκαν στην Ελλάδα, περιόρισε σε σημαντικό βαθμό το πεδίο δράσης της Τουρκίας στη θάλασσα» - Βλέπε σελ. 248.

Ίσως όμως η πιο μνημειώδης πράξη της Τουρκίας που σκιαγραφεί με τον πιο εμπεριστατωμένο τρόπο την περιφρόνηση και καταστρατήγηση των Συνθηκών που η ίδια υπογράφει είναι η βάναυση παραβίαση της Συνθήκης της Λωζάννης. Η Τουρκία χρησιμοποιώντας τον όχλο και το παρακράτος - βλέπε Σεπτεμβριανά του 1955 και απελάσεις το 1964 - αλλά και νόμους που στρέφονται κατά των Ελλήνων – ο περιβόητος φόρος περιουσίας του χειμώνα 1942-1943 και οι μαζικές πωλήσεις περιουσιών αλλά και κλεισίματα σχολείων το 1973-1975 – καταδίωξε και συρρίκνωσε περεταίρω το Ελληνικό στοιχείο στην Κωνσταντινούπολη, την Ίμβρο και την Τένεδο. Το 1923 οι έλληνες της Πόλης αριθμούσαν 280,000. Το 2016 οι Έλληνες της Πόλης μόλις μετά βίας φθάνουν τους 4,000.

Το δεύτερο λοιπόν χαρακτηριστικό της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας είναι η περιφρόνηση και η παραβίαση όσο του Διεθνούς Δικαίου αλλά και των ίδιων των Διεθνών Συμφωνιών που υπογράφει.

Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές τα κυπριακά ΜΜΕ αναφέρουν ότι οι ηγέτες των δύο κοινοτήτων, Αναστασιάδης και Ακκιντζί, έχουν μπει στα βαθειά της διαπραγμάτευσης και άρχισαν να συζητούν το ακανθώδες θέμα του περιουσιακού/εδαφικού και ότι παρ’ όλο το χάσμα που υπάρχει είναι αισιόδοξοι ότι μπορεί να συνομολογηθεί Συμφωνία Λύσης μέχρι το τέλος του 2016.

Προσωπικά δεν έχω καμιά αμφιβολία για τη βούληση των δύο ηγετών για εξεύρεση λύσης του χρονίζοντος κυπριακού προβλήματος. Εξ άλλου και οι δύο φαίνεται να έχουν αντιληφθεί ότι ο χρόνος εργάζεται εναντίον της λύσης και υπέρ της παγίωσης των τετελεσμένων επί εδάφους που επέφεραν η παράνομη εισβολή και κατοχή.

Το μεγάλο ερώτημα που εύλογα αιωρείται είναι κατά πόσο η Νέο-Οθωμανική Τουρκία του Ερντογάν θέλει πραγματικά να συμβάλει στην εξεύρεση μια έντιμης και λειτουργικής λύσης του κυπριακού προβλήματος. Προσωπικά δεν είμαι καθόλου αισιόδοξος.


Ιδιοκτησία πνευματικών δικαιωμάτων του Geopolitics & Daily News - © 2016.

Το περιεχόμενο του site αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του Geopolitics & Daily News. Οποιαδήποτε πληροφορία (κείμενο, εικόνες, γραφικά) περιέχεται στο site μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για προσωπική, μη εμπορική χρήση. Είναι παράνομη η αντιγραφή, αναπαραγωγή, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, μέρους ή του συνόλου των περιεχομένων του site χωρίς προηγούμενη έγγραφη συγκατάθεση ή αναφορά της σελίδας.

geopolitics