Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2016

Τα πυρηνικά του Ιντσιρλίκ και το πυρηνικό παρελθόν των Βαλκανίων.

23-8-16




Η συζήτηση περί των πυρηνικών που έχουν αποθηκεύσει στο Ιντσιρλίκ οι ΗΠΑ,αναζωπύρωσε την πάντα “γοητευτική” συζήτηση για του που έχουν ή είχαν πυρηνικά όπλα οι Αμερικανοί.Η Ελλάδα ήταν μία από τις χώρες στην οποία η Ουάσινγκτον είχε “ακουμπήσει”.

Επειδή το θέμα είναι και σοβαρό και ενδιαφέρον καλό είναι να εμπιστευθούμε κάποιον που το γνωρίζει. Ο Νικόλαος Παούνης Βαλκανιολόγος, Διεθνολόγος M.Sc. μας θυμίζει εν συντομία το “πυρηνικό παρελθόν της Βαλκανικής” και μας εξηγεί:

Σύντομα σχόλια για την παραφιλολογία σχετικά με τα πυρηνικά στο İncirlik Hava Üssü, και το «πυρηνικό» παρελθόν της Βαλκανικής.
Ελλάδα και Τουρκία διατηρούσαν (η 2η συνεχίζει προς το παρόν) βόμβες τύπου Β-61 οι οποίες φέρονταν απο αεροσκάφη F-104G Starfighter. Στην Ελλάδα παραδόθηκαν πυρηνικά όπλα κατόπιν σχετικής διμερούς συμφωνίας με τις Η.Π.Α. το 1959. Τα “ελληνικά” πυρηνικά φυλάσσονταν σε 6 ειδικούς θόλους WSV στο ΒΔ τμήμα της αεροπορικής βάσης του Αράξου (116 Π.Μ.), και η διαδικασία ρίψης απαιτούσε τη «φόρτωση» των λεγόμενων PALs (permissive action links), ώστε να ενεργοποιηθεί ο μηχανισμός σχάσης του όπλου. Οι κωδικοί φυλάσσονταν και φορτώνονταν από το αμερικανικό κλιμάκιο της 731 Μοίρας MUNSS. Σε αντίθετη περίπτωση το όπλο ΔΕΝ μπορούσε να ριφθεί. Βεβαίως σύμφωνα με τον Καθηγητή της Σ.Σ.Ε. και Πρόεδρο του ΕΚΕΟ κο Λιόλιο Θεόδωρο «…η πτώση της πυρηνικής έστω και χωρίς να επακολουθήσει σχάση του θύλακα Πλουτωνίου, θα ισοδυναμούσε με ρίψη ραδιολογικής βόμβας (dirty bomb) αφού ήταν εμπλουτισμένη με ραδιολογικό υλικό, το οποίο θα σκορπίζονταν στην περιοχή βομβαρδισμού, μέσω χημικής (συμβατικής) έκρηξης. Υπάρχει όμως πιθανότητα να μην υπάρξει καμία έκρηξη, και η συσκευή να βρεθεί άθικτη. Για επιπλέον διευκρινήσεις ρίξτε μια ματιά στα επισυναπτόμενα αρχεία της παραπομπής.

Σε κάθε περίπτωση δίνεται έμμεση απάντηση στο ερώτημα αν Ελλάδα και Τουρκία μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τα εν λόγω πυρηνικά για εθνική χρήση χωρίς την έγκριση των Η.Π.Α.

Ελλάδα και Τουρκία διέθεταν από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 τακτικά βλήματα MGR-1 Honest John (έφεραν κεφαλές W7 ισχύος 20 κιλοτόνων), τα οποία στάθμευαν σε μονάδες πυροβολικού σε Κιλκίς (Αξιούπολη), και Αδριανούπολη αντίστοιχα. Περαιτέρω οι δύο χώρες θεωρητικά μπορούσαν να βάλουν οβίδες με πυρηνική γόμωση (πυροβόλα των 155μμ, 175mm και 203 mm), ανθυποβρυχιακές ρουκέτες asroc, νάρκες κ.α. Όλα τα όπλα αποσύρθηκαν απο την Ελλάδα αρχές δεκαετίας ’90, όχι όμως και από την Τουρκία, η οποία συνεχίζει να διατηρεί στο Incirlik περίπου 50 όπλα. Ως προς τη μεταφορά τους στη Ρουμανία, τίποτα δεν είναι βέβαιο, διότι εκεί το Ν.Α.Τ.Ο. ΔΕΝ ΔΙΑΘΕΤΕΙ ΑΚΟΜΗ ειδικές εγκαταστάσεις φύλαξης. Αντιθέτως διαθέτει σε Ολλανδία, Λουξεμβούργο και Γερμανία.

Η Ελλάδα στοχοποιούσε πρωτίστως τη Βουλγαρία, εξαιτίας της πιθανότητας εφαρμογής του λεγόμενου “5ου Σεναρίου”. Σύμφωνα με το προειρημένο και προς εφαρμογή αυτού, η ΕΣΣΔ δημιούργησε σημαντικά έργα υποδομής σε Graf Ignatievo, Plovdiv, Varna κ.α. ώστε να επιτύχει την ταχεία ανάπτυξη των δυνάμεων της, και την προώθηση προς Νότο. Προηγήθηκε ή ρήξη με το καθεστώς Ceaușescu η συνεπαγόμενη άρνηση της Ρουμανίας για χρήση του εδάφους της, και η επακόλουθη αναβάθμιση της Βουλγαρίας. Κατά συνέπεια η Ελλάδα θα εξαπέλυε πρωτίστως πλήγμα κατά της Βουλγαρίας (χώροι υποδοχής μεταφερόμενων δυνάμεων), ενώ παράλληλα η Τουρκία θα προσέβαλλε στην Κριμαία και στην περιοχή της Οδησσού, τους πιθανούς χώρους συγκέντρωσης δυνάμεων. Η Βουλγαρία προμηθεύτηκε μικρό αριθμό (περίπου 18-22 εκτοξευτές) συστημάτων SS-21 Scarab A (ΟΤR-21 Tocka, με εμβέλεια 70 km) ώστε να ανταποδώσει τα πυρηνικά πλήγματα στη μεθόριο.

Έναντι των JNA (Jugoslovenska narodna armija) ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ προβλέπονταν δυνατότητα χρήσης πυρηνικών, κυρίως ναρκοθετώντας τα πιθανά δρομολόγια προέλασης. Μετά τη ρήξη Τίτο-Στάλιν και τις σοβιετικές επεμβάσεις σε Ουγγαρία, Τσεχοσλοβακία, η Γιουγκοσλαβία διατηρούσε τη μεγαλύτερη χερσαία δύναμη στην Ευρώπη (στράτευμα 600.000 ανδρών), γεγονός το οποίο επέτεινε τις ελληνικές “ανασφάλειες” στην περίπτωση απόφασης για ταχεία κάθοδο προς το “Бело море” (Αιγαίο). Άλλωστε ανάλογες εισηγήσεις προς τον Γιουγκοσλάβο ηγέτη δεν έλειπαν, και ως παράδειγμα αναφέρω τις αντίστοιχες του περίφημου «Μακεδόνα» Παρτιζάνου Metodija Andonov Čento (Методија Андонов Ченто). Η διπλωματική κρίση μεταξύ Ελλάδας και Γιουγκοσλαβίας το 1962, κατέδειξε τη σπουδαιότητα της ένταξης της χώρας μας στο Ν.Α.Τ.Ο.




militaire.gr

geopolitics