Παρασκευή, 2 Σεπτεμβρίου 2016

Το διακύβευμα της λύσης για Κύπρο και Τουρκία

2-9-16


Η διαδικασία των συνομιλιών διέρχεται την πιο κρίσιμη φάση της και η στάση που θα τηρήσει η Τουρκία θα καθορίσει τη συνέχεια. Για την Τουρκία, η κατοχή της Κύπρου είναι συνυφασμένη με συμφέροντα στρατηγικής στην Ανατολική Μεσόγειο, εκτιμά, μιλώντας στο TVONEnews, ο Δρ. Ζήνωνας Τζιάρρας*.



Ποια τα οφέλη για την Τουρκία από την επίλυση του Κυπριακού;


Είναι γεγονός ότι για να στηρίξει η Τουρκία έμπρακτα – όχι μόνο επικοινωνιακά – την επίλυση του Κυπριακού πρέπει να αποκομίσει από αυτήν κάποια οφέλη τα οποία θα ξεπερνούν το κόστος ή τα οφέλη που ήδη απορρέουν από το status quo της κατοχής στην Κύπρο. Την ίδια λογική ακολούθησε και το 2004 όταν στήριξε το Σχέδιο Ανάν. Η εφαρμογή του Σχεδίου θα της έδινε σημαντική ώθηση σε ό,τι αφορούσε την ευρωπαϊκή της πορεία, σε μια περίοδο όπου η προοπτική για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση φάνταζε πιο κοντά από ποτέ. Ταυτόχρονα, θεωρούσε πως μέσα από μια σειρά αμφιλεγόμενων προνοιών του Σχεδίου θα μπορούσε να διατηρήσει έστω κάποια επιρροή στην Κύπρο. Ο σημαντικότερος όμως λόγος ήταν η αντίληψη της Άγκυρας, και κυρίως του Ερντογάν, ότι, για διάφορους λόγους, οι Ελληνοκύπριοι θα καταψήφιζαν το Σχέδιο. Η εκτίμηση ήταν ότι κάτι τέτοιο θα έδινε σημαντικό επικοινωνιακό και πολιτικό προβάδισμα στην Τουρκία – όπως και έγινε.


Πώς είναι τα πράγματα στις μέρες μας;



Σήμερα τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά καθώς η διαπραγματευτική διαδικασία φαίνεται προς το παρόν να προχωρά σχετικά ομαλότερα με την προοπτική ενός συμπεφωνημένου σχεδίου λύσης. Ωστόσο, με ζητήματα όπως αυτό του Εδαφικού και των Εγγυήσεων να είναι ακόμα εν πολλοίς ανοιχτά, τα δύσκολα έπονται. Η ερώτηση που ταλανίζει πολλούς Κύπριους είναι το κατά πόσο η Τουρκία έχει να κερδίσει τόσα ώστε να κάνει ουσιαστικούς συμβιβασμούς, τουλάχιστον στο κεφάλαιο της Ασφάλειας και των Εγγυήσεων, όχι απλά για να καταστήσει μια συμφωνία δυνατή αλλά και για να της δώσει προοπτικές υπερψήφισης και από τις δύο πλευρές στο ενδεχόμενο της διενέργειας δημοψηφίσματος.


Έχει να κερδίσει η Τουρκία;

Σίγουρα η Τουρκία μακροπρόθεσμα έχει να κερδίσει από την επίλυση του Κυπριακού, τουλάχιστον με βάση την «κυπριακή» λογική. Σύμφωνα με αυτή τη λογική η Άγκυρα έχει ανάγκη να κλείσει το μέτωπο της Κύπρου διότι αντιμετωπίζει άλλα, χειρότερα μέτωπα στη Μέση Ανατολή (βλ. Συρία, Κουρδικό). Επιπλέον, η επίλυση του Κυπριακού θα αναζωπυρώσει την ευρωπαϊκή της προοπτική, ενώ πρόκειται να επωφεληθεί τα μέγιστα από την περιφερειακή οικονομική συνεργασία που θα προκύψει και την αναδυόμενη αρχιτεκτονική ενεργειακής ασφάλειας. Τέλος, υποστηρίζεται ότι η Ρωσία, οι ΗΠΑ, η ΕΕ και το Ισραήλ δεν θέλουν την Τουρκία στην Κύπρο και άρα θα την πιέσουν για να συναινέσει προς μια «δίκαιη και βιώσιμη» λύση του Κυπριακού.

Προφανώς αυτές οι εκτιμήσεις έχουν μια δόση αλήθειας, αλλά είναι μάλλον απλοϊκές. Κατ’ αρχάς, αν είναι η Τουρκία να κάνει αποφασιστικά βήματα για την επίλυση του Κυπριακού, δεν πρόκειται να το κάνει για τακτικιστικούς λόγους, όπως π.χ. να κλείσει ένα από τα ανοιχτά της γεωπολιτικά-διπλωματικά μέτωπα. Για την Τουρκία, η κατοχή της Κύπρου είναι συνυφασμένη με συμφέροντα υψηλής στρατηγικής στην Ανατολική Μεσόγειο, με τον έλεγχο του εν λόγω «ζωτικού χώρου» (με ό,τι αυτός συνεπάγεται) και τον περιορισμό της ελληνικής ισχύος η οποία θεωρεί ότι επικουρείται και πολλαπλασιάζεται λόγω της Κυπριακής Δημοκρατίας. Άρα, ο μόνος τρόπος να συναινέσει η Άγκυρα στην επίλυση του Κυπριακού είναι αν αυτά τα συμφέροντα συνεχίσουν να εξυπηρετούνται, έστω και σε μικρότερο βαθμό.

Κατά δεύτερο, όποιο επιχείρημα έχει ως βάση το τρίγωνο Τουρκίας-ΕΕ-Κυπριακού, ιδιαίτερα στη φάση που διανύουμε, είναι τουλάχιστον προβληματικό. Η Τουρκία σήμερα γνωρίζει καλύτερα από ποτέ ότι δεν πρόκειται να γίνει πλήρες μέλος της ΕΕ – για να μην αναφερθούμε στην ιστορικά χαμηλή επιθυμία της τουρκικής ηγεσίας και του τουρκικού λαού για κάτι τέτοιο. Ακόμα και η «Ειδική Προνομιακή Σχέση» φαντάζει δύσκολη, έστω και μετά από μια λύση του Κυπριακού. Συνεπώς θα ήταν για την Άγκυρα ανορθολογική η στήριξη της επίλυσης του Κυπριακού με σκοπό την ένταξη στην ΕΕ, αν και υπό πολύ διαφορετικές συνθήκες θα αποτελούσε ένα σημαντικό κίνητρο. Εξ άλλου η Άγκυρα καταφέρνει ενίοτε να αποκομίζει οφέλη από τις σχέσεις της με την ΕΕ χρησιμοποιώντας γεωπολιτικούς μοχλούς πίεσης όπως το προσφυγικό, την εμπλοκή της στον συριακό πόλεμο και τους ενεργειακούς διαδρόμους που περνούν μέσα από τα εδάφη της και μέλλουν να καταλήξουν στην Ευρώπη.


Το κυπριακό θα μπορούσε να είναι «καταλύτης» για τη σταθερότητα της περιοχής;


Η επανένωση της Κύπρου θα έδινε, θεωρητικά, νέα πνοή στις διακρατικές σχέσεις της Ανατολικής Μεσογείου προκρίνοντας μια αυξημένη διπλωματική κινητικότητα και την ανάπτυξη οικονομικών, εμπορικών και άλλων σχέσεων για την ευημερία και τη σταθερότητα ολόκληρης της περιοχής. Εντούτοις, αυτή η ανάγνωση της γεωπολιτικής πραγματικότητας δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι το Κυπριακό είναι μόνο ένας από τους λόγους που υπάρχουν εντάσεις, ανταγωνισμοί και συγκρουόμενα συμφέροντα στην περιοχή. Μπορεί η επίλυσή του να υποβοηθήσει, πάντα θεωρητικά, τη σχέση Τουρκίας-Ισραήλ ή Τουρκίας-Ελλάδας αλλά σίγουρα δεν θα απαλείψει άλλες, θεμελιώδεις, διαφορές μεταξύ αυτών των κρατών. Σε τέτοια περίπτωση, ως έρμαιο, συνήθως, των γεωπολιτικών δυναμικών, η ομοσπονδιακή Κύπρος ενδέχεται να βρεθεί και πάλι μεταξύ συμπληγάδων, αναγκασμένη να λάβει θέση σε διαφορές, παραδείγματος χάριν, μεταξύ της Τουρκίας και της Αιγύπτου ή της Ελλάδας. Τέτοια διλήμματα, ιδιαίτερα ελλείψει ενός λειτουργικού πολιτικού συστήματος, μπορεί να έχουν αρνητικό αντίκτυπο και στη εσωτερική πολιτική σκηνή της Κύπρου.



Σε ό,τι αφορά στους ενεργειακούς σχεδιασμούς;

Σε ό,τι αφορά την πολυσυζητημένη διάσταση της ενέργειας και του φυσικού αερίου, πρέπει να σημειωθεί ότι το κοίτασμα «Αφροδίτη», το ισραηλινό «Λεβιάθαν» και το αιγυπτιακό «Ζορ», απέχουν ακόμα κάποια χρόνια από την εκμετάλλευση και την εξαγωγή. Οι δε χαμηλές τιμές του φυσικού αερίου σε συνάρτηση με τη μειωμένη ζήτηση φυσικού αερίου και τα περιορισμένα κοιτάσματα που υφίστανται σε Κύπρο και Ισραήλ (σε σχέση με τις ανάγκες της Τουρκίας και της Ευρώπης), θέτουν προς το παρόν σημαντικά εμπόδια στις βλέψεις για κατασκευή αγωγών είτε από την Κύπρο είτε από το Ισραήλ προς την Τουρκία· ακόμα και αν το πρόβλημα του Κυπριακού επιλυθεί, αν ο γεωοικονομικός ανταγωνισμός Ισραήλ-Κύπρου τύχει διαχείρισης, και το πολιτικό ρίσκο για μια ισραηλινή επένδυση στην Τουρκία ελαχιστοποιηθεί. Επιπλέον, εάν λάβουμε υπόψη και τις σκέψεις για ένα «ενεργειακό τρίγωνο» μεταξύ Ισραήλ, Κύπρου και Αιγύπτου, αλλά και τον αυξανόμενο ευρωπαϊκό σκεπτικισμό για τον κομβικό ενεργειακό ρόλο της Τουρκίας, τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο δύσκολα για την Άγκυρα. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Τουρκία δεν θα έχει οφέλη στο μέλλον από τα ενεργειακά κοιτάσματα της περιοχής, ιδιαίτερα αν ανακαλυφτούν και άλλα στους νέους γύρους αδειοδότησης για έρευνες σε Κύπρο, Ισραήλ αλλά και Λίβανο μεταγενέστερα. Ωστόσο σημαίνει ότι η Τουρκία δεν έχει λόγο να βιαστεί βάζοντας «όλα της τα αυγά» στο «καλάθι της ενέργειας». Ας μην ξεχνάμε άλλωστε πως η παρέλευση του χρόνου λειτουργεί υπέρ της Τουρκίας και όχι το αντίθετο.



Θα υπάρξουν πιέσεις από τις μεγάλες δυνάμεις;

Σχετικά με τις πιέσεις που θεωρείται ότι η Τουρκία μπορεί να δεχτεί για το Κυπριακό, είναι δεδομένες. Κυρίως από την πλευρά των Αμερικανών, λόγω της περιφερειακής αστάθειας. Η Τουρκία όμως αυτή τη στιγμή έχει πολύ μεγαλύτερα ζητήματα να επιλύσει που αφορούν τον συριακό πόλεμο. Ως εκ τούτου βρίσκεται ήδη σε διαδικασία παζαρέματος τόσο με τους Αμερικανούς όσο και με τους Ρώσους για το τι μέλλει γενέσθαι στην περιοχή. Ακριβώς λόγω της περιπετειώδους και ριψοκίνδυνης πολιτικής της Τουρκίας στη Συρία, η οποία ωστόσο της δίνει ένα σημαντικό διαπραγματευτικό χαρτί, οι ΗΠΑ μάλλον δεν βρίσκονται σε θέση να απαιτήσουν επιτυχώς οτιδήποτε στο θέμα της Κύπρου. Επιπρόσθετα, το κοινό μυστικό σχετικά με τις σκέψεις για ένταξη της ομοσπονδιακής Κύπρου στο ΝΑΤΟ μετά τη λύση θα ήταν μια θετική εξέλιξη για τους «δυτικούς». Είναι δηλαδή μια προοπτική που θα καλωσόριζε η Δύση ακόμα, ίσως, και με την παραμονή κάποιας τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας στο νησί. Οι Ρώσοι έχουν περισσότερους λόγους να διεκδικήσουν μειωμένη τουρκική επιρροή στην Κύπρο αλλά η εμπλοκή τους στις διαπραγματεύσεις είναι μάλλον περιορισμένη σε σχέση με αυτή των Αμερικανών. Επίσης, αυτή την περίοδο το παζάρεμά και το ενδιαφέρον τους αφορά κυρίως την μελλοντική τους παρουσία στη Συρία και άρα στη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή.

Σε αυτή τη συζήτηση αξίζει να συμπεριληφθούν και οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Τουρκίας. Πρέπει να σημειωθεί ότι η σύγκλιση που παρατηρείται μεταξύ κυβέρνησης Ερντογάν και των κύριων αντιπολιτευτικών κομμάτων είναι ιστορικής σημασίας. Αυτή η μερική σύμπνοια εδράζεται σε συμφέροντα και στόχους που έχει το κάθε κόμμα ξεχωριστά, με τον Ερντογάν να επιδιώκει κατ’ αρχήν τη στήριξη της αντιπολίτευσης για συνταγματικές μεταρρυθμίσεις που θα αυξήσουν τις εξουσίες του – μια φιλοδοξία που διέπει πολλές πτυχές της εσωτερικής και εξωτερικής του πολιτικής. Για να καταφέρει κάτι τέτοιο όμως πρέπει να κρατήσει την αντιπολίτευση, δηλαδή το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα (CHP) και το Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης (MHP), μερικώς ικανοποιημένη. Η επίλυση του Κυπριακού με όρους που θα εκλαμβάνονταν ως ασύμφοροι ή ακόμα και ως προδοσία του τι «κατέκτησε» η Τουρκία το 1974 θα δημιουργούσαν ενδεχομένως αντιδράσεις από τα εν λόγω κόμματα τα οποία και διατηρούν μια πιο σκληρή-παραδοσιακή γραμμή στο συγκεκριμένο ζήτημα. Παράλληλα, η έξαρση εθνικισμού στην τουρκική κοινωνία αυτό το διάστημα δεν αποτελεί και το πιο πρόσφορο έδαφος για την αποδοχή μιας συμφωνίας στο Κυπριακό – μια δυναμική που Ερντογάν δεν μπορεί να αγνοήσει.


Ποιο είναι το διακύβευα για την Τουρκία και τη Λύση του Κυπριακού;

Τα παραπάνω δεν συνεπάγονται κατ’ ανάγκη ότι η Τουρκία θα εμποδίσει την επίτευξη συμφωνίας, ούτε ότι θα σταματήσει να στηρίζει τη διαδικασία. Για τον ίδιο λόγο που δεν σκοπεύει να τερματίσει τις διαπραγματεύσεις για ένταξη στην ΕΕ ή τη συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ. Κάτι τέτοιο θα ήταν «πολιτική αυτοκτονία». Αν όμως η πιο πάνω ανάγνωση της συγκυρίας είναι σωστή, μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι υπάρχουν δύο κύρια ενδεχόμενα. Πρώτον, η Τουρκία να παίζει το επικοινωνιακό παιχνίδι της πλήρους στήριξης της διαδικασίας διατηρώντας όμως, και μέσω της τουρκοκυπριακής πλευράς, σκληρή στάση σε θέματα αρχής (κόκκινες γραμμές) της ελληνοκυπριακής πλευράς οδηγώντας τη διαδικασία σε νέο αδιέξοδο και προσπαθώντας να επιρρίψει την ευθύνη της αποτυχίας στην ελληνοκυπριακή πλευρά. Δεύτερον, η Τουρκία να υποχωρήσει μερικώς σε σημαντικά ζητήματα (όπως π.χ. μια νέα φόρμουλα Εγγυήσεων) προσφέροντας κάποια ικανοποίηση στην ε/κ πλευρά αλλά και τη διεθνή κοινότητα. Λόγω του γεωπολιτικού διακυβεύματος της Τουρκίας, παρά τις υποχωρήσεις της θα φρόντιζε έτσι ώστε η νέα κατάσταση πραγμάτων να εξυπηρετεί σε κάποιο βαθμό τα παραδοσιακά της συμφέροντα. Το κατά πόσο αυτός ο νέος διακανονισμός εγγυήσεων θα ήταν αποδεκτός από τους Ε/κ θα φαινόταν στο δημοψήφισμα, όπου όλα είναι πιθανά, καθώς οι Ε/κ που κλίνουν υπέρ του «Ναι» είναι πλέον περισσότεροι. Η ουσία όμως του δεύτερου ενδεχομένου είναι πως ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, η Τουρκία θα έχει διασφαλίσει τα στρατηγικά της συμφέροντά ο ακριβής χαρακτήρας των οποίων θα διαφανεί στην τελική φάση των διαπραγματεύσεων.

Ομολογουμένως, η διασφάλιση των τουρκικών συμφερόντων, στον ένα ή στον άλλο βαθμό, μέσα από μια λύση ήταν ανέκαθεν μάλλον αναπόφευκτη. Εξ άλλου δεν μπορεί μέσα από μια διαπραγμάτευση η ε/κ πλευρά να είναι η μόνη κερδισμένη. Το κρίσιμο και πιο δύσκολο ερώτημα που καλούνται οι πολίτες να απαντήσουν είναι, αν μπορούν να συμβιβαστούν με ένα τέτοιο σενάριο, τις λεπτομέρειες του οποίου θα πρέπει να περιμένουμε να διαβάσουμε στο Σχέδιο λύσης, ή αν προτιμούν τη διατήρηση του status quo με τον ευσεβή πόθο ότι κάποτε, με κάποιο τρόπο, η Κυπριακή Δημοκρατία θα καταφέρει να αποσείσει την τουρκική κατοχή. Πάντα με την επίγνωση ότι, μέρα με τη μέρα, οι κατεχόμενες περιοχές χάνουν κάθε κυπριακό στοιχείο που τους απέμεινε και μεταμορφώνονται σε «μια Τουρκία εκτός Τουρκίας».

Σε κάθε περίπτωση η περίοδος που διανύουμε είναι κρίσιμη και απαιτείται από όλους, πολιτικούς και πολίτες, ψυχραιμία και εποικοδομητικός διάλογος, όχι συνθηματολογία, πόλωση, οπαδισμός και αλληλοκατηγορίες. Από την πλευρά της, η κυβέρνηση πρέπει να είναι εξαιρετικά προσεκτική, επικοινωνιακά λακωνική και προσγειωμένη, έτοιμη να αντιμετωπίσει κάθε ενδεχόμενο, καλό ή κακό.



*Ο Δρ. Ζήνωνας Τζιάρρας διδάσκει θέματα διεθνούς ασφάλειας και γεωπολιτικής στο UCLan Cyprus και είναι ο συγγραφέας (μαζί με τον Νίκο Μούδουρο) του βιβλίου: «Η Τουρκία στην Ανατολική Μεσόγειο: Ιδεολογικές Όψεις Εξωτερικής Πολιτικής».

geopolitics