Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2016

Η «υπερτροφική» Τουρκία και η «ατροφική» Ελλάδα...

7-10-16



Το τέλος του «ανήκειν» και η ανάγκη για μια εθνοκεντρική, αυτόνομη και αυτόφωτη γεωπολιτική στρατηγική.



του δρ. Κωνσταντίνου Γρίβα




Από το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και μετά, στην Ελλάδα κυριαρχεί μια άτυπη υψηλή στρατηγική, βασικό στοιχείο της οποίας είναι η ανάγκη ενσωμάτωσης σε ένα υπερεθνικό γεωπολιτικό πλέγμα. Η στρατηγική αυτή εκφράζεται συνοπτικά από την περιβόητη φράση «Ανήκομεν εις την Δύσιν».





Η έννοια της «Δύσης», στην οποία όφειλε να ανήκει η χώρα μας, αποτελείται σε γενικές γραμμές από τρία οργανικά μέρη, το ΝΑΤΟ, την Ε.Ε. και τις Ηνωμένες Πολιτείες, ως ενοποιητικό στοιχείο των δύο προηγούμενων.



Το πρόβλημα είναι ότι ο κόσμος αυτός αντιμετωπίζει σήμερα τέτοια προβλήματα συνοχής, που κάνουν την έννοια «Δύση» να φαντάζει έωλη.

Κατ’ αρχάς, η Ε.Ε. φαίνεται πως οδηγείται σε μια αντιστροφή της ενοποιητικής της πορείας, με την αποχώρηση της Μεγάλης Βρετανίας να είναι απλώς η κορυφή του παγόβουνου, ενώ και το ΝΑΤΟ αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα. Ίσως το πιο εμφανές εξ αυτών να είναι η γεωστρατηγική αυτονόμηση της Τουρκίας μετά το πρόσφατο πραξικόπημα, που καθιστά τη συνοχή της Συμμαχίας εξαιρετικά επισφαλή. Επίσης, ο οξύς αντιρωσισμός χωρών, όπως η Πολωνία, απειλεί να παρασύρει το ΝΑΤΟ σε μια ακραίας επικινδυνότητας ένταση με τη Ρωσία, κάτι στο οποίο άλλες ευρωπαϊκές χώρες δεν είναι καθόλου πρόθυμες να συνεισφέρουν.

Τέλος, κομβικό στοιχείο της λογικής «Ανήκομεν εις την Δύσιν» ήταν μια αναντίρρητη πίστη στην παντοδυναμία των Ηνωμένων Πολιτειών και την αναντίρρητη βούληση της Ουάσιγκτον να ασκεί αποφασιστικό έλεγχο στην περιοχή μας. Και τα δύο αυτά στοιχεία αμφισβητούνται σήμερα. Μετά τις διαρκείς αποτυχίες της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στο Ιράκ, το Αφγανιστάν, τη Λιβύη κ.λπ., οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται σε φάση ανασυγκρότησης και περισυλλογής αναφορικά με τις γεωστρατηγικές τους επιλογές.

Επιπροσθέτως, η πρωτοφανής μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ενεργειακή αυτονομία που υπόσχονται τα σχιστολιθικά κοιτάσματα υδρογονανθράκων, τα οποία έχουν ανακαλυφθεί στο μητροπολιτικό έδαφος των Ηνωμένων Πολιτειών, περιορίζουν δραστικά την ανάγκη αμερικανικού παρεμβατισμού στις μέχρι τώρα κρίσιμες περιοχές της διεθνούς γεωγραφίας της ενέργειας.

Αποτέλεσμα όλων των παραπάνω είναι να ενισχύονται οι έτσι και αλλιώς υπαρκτές απομονωτιστικές τάσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ, και κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για το ποιες θα είναι οι αμερικανικές γεωστρατηγικές επιλογές στο μέλλον.

Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να κινηθούμε σε βεβιασμένες και πιθανώς αντιπαραγωγικές λογικές «άμεσης εξόδου» από την Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ. Θα πρέπει, ωστόσο, να αναγνωρίσουμε τα όρια, τα προβλήματα και αδιέξοδα αυτών των συλλογικών οντοτήτων, και να αρχίσουμε να σχεδιάζουμε και να οικοδομούμε αυτόνομες πολιτικές και δράσεις.

Δυστυχώς, όμως, η επί δεκαετίες ταύτιση με υπερεθνικούς παράγοντες έχει καταστήσει περίπου αδιανόητη για τους περισσότερους Έλληνες την ιδέα ότι η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να κινηθεί ως αυτόνομο γεωπολιτικό μέγεθος. Έτσι, πολλοί έχουν επιλέξει να συνεχίζουν να ζουν σε μια εικονική πραγματικότητα, επιδεικνύοντας θρησκευτικού τύπου πίστη στην πα-ντοδυναμία των Ηνωμένων Πολιτειών και την «ευρωπαϊκή προοπτική» της χώρας, ενώ κάποιοι άλλοι έχουν επενδύσει στη μετάβαση στην «αγκαλιά» κάποιου άλλου αφέντη-προστάτη, και συγκεκριμένα της Ρωσίας.

Στην πραγματικότητα, όπως διαμορφώνεται το διεθνές σύστημα σήμερα, η Ελλάδα θα πρέπει να αντικρύσει κατάματα την πραγματικότητα και να αρχίσει να κατανοεί ότι δεν μπορεί να βασίζεται και να ανήκει σε κανέναν άλλο, παρά μόνον στον εαυτό της. Με άλλα λόγια, απαιτείται η αναβάθμιση της Ελλάδας σε έναν αυτόνομο και αυτόφωτο γεωστρατηγικό «παίκτη». Και αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με μια εθνοκεντρική γεωπολιτική λειτουργία. Η Ελλάδα, όπως και οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες, θα πρέπει να επανακαλύψουν το έθνος και πάνω σε αυτό να χτίσουν τις μελλοντικές τους γεωπολιτικές πορείες, αν θέλουν να επιβιώσουν στο εξαιρετικά ρευστό και δυναμικό διεθνές σύστημα του μέλλοντος.



ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΓΙΓΑΝΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ
ΚΑΙ ΑΠΟΜΕΙΩΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ


Δυστυχώς, όμως, αυτήν τη στιγμή φαίνεται να συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Συγκεκριμένα η Ελλάδα, εδώ και αρκετά χρόνια, εξαιτίας των προβλημάτων της Oικονομίας της, έχει μεταπέσει σε μια κατάσταση μειωμένης εθνικής κυριαρχίας, η οποία αφήνει το περιθώριο στην Τουρκία να αντιμετωπίζει το Αιγαίο σαν terra nullius, δηλαδή σαν χώρο που δεν ανήκει πραγματικά σε κάποιον, και να επιχειρεί να επιβάλει εκεί την κυριαρχία της. Μπορεί, βέβαια, να υποστηρίξει κανείς ότι τα οικονομικά ζητήματα της Ελλάδας και οι ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Στην πραγματικότητα, όμως, η γεωπολιτική ταυτότητα κάθε χώρας είναι μία και ενιαία. Δεν μπορείς σε έναν χώρο να έχεις μειωμένη εθνική κυριαρχία, και σε έναν άλλον να έχεις περίσσεια. Είναι απλά αντιφατικό.

Αντιθέτως με την Ελλάδα, η Τουρκία επιδιώκει να μεταβληθεί σε μία από τις κυρίαρχες δυνάμεις του διαμορφούμενου πολυπολικού (multipolar) διεθνούς συστήματος, το οποίο αντικαθιστά σταδιακά το μονοπολικό (unipolar) διεθνές σύστημα, όπου την παγκόσμια κυριαρχία (υποτίθεται ότι) είχαν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Σε αυτόν τον νέο κόσμο, η Τουρκία δεν αρκείται στον ρόλο της «περιφερειακής δύναμης», αλλά επιδιώκει να εξελιχθεί σε έναν από τους ισχυρούς δρώντες στην Ευρασία, αποκτώντας έναν χαρακτήρα, κατά κάποιον τρόπο, «ημι-πα-γκόσμιας» δύναμης.

Η Τουρκία προχωρά αποφασιστικά προς αυτήν την κατεύθυνση, σε πείσμα των εσωτερικών της αντιφάσεων, με κυρίαρχο το ζήτημα των Κούρδων, ή πιθανώς σε μια προσπάθεια να υπερβεί τις αντιφάσεις αυτές δια ενός άλματος προς τα εμπρός. Όπως και να ’χει, η διαμορφούμενη γεωστρατηγική πορεία της Τουρκίας είναι προς την κατεύθυνση της αυτόνομης μεγάλης δύναμης. Βασικό δε στοιχείο κάθε χώρας που έχει παρόμοιες φιλοδοξίες είναι η κυριαρχία στο εγγύς της εξωτερικό, ιδιαίτερα στις θαλάσσιες περιοχές.

Έτσι, λοιπόν, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η μειωμένη εθνική κυριαρχία της «ευρωπαϊκής» Ελλάδας συνδυάζεται με την υπερβάλλουσα εθνική κυριαρχία που θέλει να επιτύχει η Τουρκία ως αυτόνομη δύναμη πρώτης γραμμής ενός νέου διεθνούς συστήματος, και αυτό ωθεί την τελευταία στο να επιχειρήσει να επεκτείνει την κυριαρχία της στον ζωτικό χώρο του Αιγαίου. Αν κάτι τέτοιο πράγματι ισχύει, η επιδείνωση του τουρκικού αναθεωρητισμού είναι περίπου αναπόφευκτη.

Είναι, δε, θέμα χρόνου στην Ελλάδα να εμφανιστούν εκ νέου διάφορες «μετριοπαθείς» αντιλήψεις και θεωρίες, σύμφωνα με τις οποίες μια «συγκυριαρχία» στο Αιγαίο δεν θα ήταν και τόσο κακή εξέλιξη. Στην πραγματικότητα, βέβαια, τα νησιά στο Ανατολικό Αιγαίο είτε θα έχουν κυριαρχικά δικαιώματα, είτε δεν θα έχουν. Αν η Τουρκία καταφέρει να «πατήσει πόδι» σε αυτά, έστω και συμβολικά, είναι θέμα χρόνου να περάσουν υπό τον έλεγχο της Άγκυρας – άτυπα στην αρχή και, εν συνεχεία, και επίσημα.

Και το ερώτημα που τίθεται είναι τι μπορεί να κάνει η Ελλάδα για να αποφύγει αυτήν την εξέλιξη;

Κατά την άποψη του γράφοντος, απλώς να θυμηθεί ότι, επισήμως, εδώ και αρκετά χρόνια, το Αμυντικό Δόγμα της χώρας έχει μετονομαστεί σε Αποτρεπτικό. Άρα, οφείλει να επενδύσει στους μηχανισμούς της Αποτροπής. Κυρίως, δε, να καταστεί απρόβλεπτη όσον αφορά τις επιλογές της στις προκλήσεις της Άγκυρας, αλλά και μη δεδομένη όσον αφορά τις μελλοντικές επιλογές σχετικά με τον ευρύτερο γεωπολιτικό της προσανατολισμό.


(Το άρθρο δημοσιεύεται στο περιοδικό Hellenic Nexus τεύχος 111

geopolitics