Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2016

Γιατί παίζουν με τη φωτιά οι ΗΠΑ στη Συρία; Το επικίνδυνο “πείραμα” που επιχειρούν

11/11/16




Γράφει ο Πολυδεύκης

Οι ΗΠΑ μετά από διαμαρτυρίες μηνών στο εσωτερικό τους, αποφάσισαν εν τέλει να επιδείξουν την αποφασιστικότητά τους στην αντιμετώπιση των τζιχαντιστών και την επιβολή της αμερικανικής βούλησης στη Μ. Ανατολή μέσω της εκκίνησης της Επιχείρησης της Μοσούλης. Πρόσφατα είδαμε πως η Ουάσινγκτον τόλμησε να δείξει την ίδια αποφασιστικότητα και στην επιβολή της βούλησής της στη γειτονική Συρία μέσω της εκκίνησης της επιχείρησης «Οργή του Ευφράτη» για την απελευθέρωση της Raqqah. Όλα αυτά πριν ακόμα επιβεβαιωθεί πόσο εύκολο είναι να στεφθεί με επιτυχία το πρώτο εγχείρημα των ΗΠΑ.

Ο σχεδιασμός της Ουάσινγκτον για τη Raqqah μοιάζει, λίγο έως πολύ, πρόχειρος. Στις αρχές του μήνα ο αμερικανός ΥΠΑΜ A. Carter δήλωσε πως η χώρα του βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις με την Τουρκία για την συμμετοχή της Άγκυρας στην απελευθέρωση της Raqqah, δηλώνοντας ταυτόχρονα πως οι κουρδικές δυνάμεις του YPG θα αποτελέσουν τη Δύναμη που θα αποκλείσει την πόλη, με τις αραβικές δυνάμεις που συνεργάζονται με τους Κούρδους να είναι αυτές που θα εισέλθουν εντός του συριακού προπυργίου των εξτρεμιστών ώστε να αποφευχθούν σεχταριστικές συγκρούσεις.

Οι ανωτέρω δηλώσεις είναι αξιοπερίεργες για έναν τόσο σημαντικό αμερικανό αξιωματούχο, αφού είναι γνωστό πως οι δυνάμεις του YPG και η Τουρκία χαρακτηρίζονται άσπονδοι εχθροί. Ωστόσο, αν αυτή τη στιγμή οι Τούρκοι επιθυμούν να φτάσουν στη Raqqah αυτό μπορεί να γίνει μόνο μέσω της Manbij και των κουρδικών εδαφών βορείως της λίμνης Assad. Από την άλλη, το σημαντικό που προκύπτει, είναι πως ο Carter υπονοεί πως η Άγκυρα θα είναι σημαντική μόνο για την τελευταία φάση της επιχείρησης, αφού τον αποκλεισμό θα τον επιτύχουν οι Κούρδοι. Η σημασία του ρόλου της έγκειται στη συνεργασία Άγκυρας και αραβόφωνων δυνάμεων του FSA, αφού οι συνεργαζόμενοι με τους Κούρδους Άραβες είναι ολιγάριθμοι μπροστά στις επιχειρησιακές ανάγκες για μία αποστολή, όπως η ανακατάληψη μίας πόλης.

Επίσης σημαντικό είναι να δούμε το στάδιο της επιχείρησης αποκλεισμού της πόλης. Πραγματικά είναι περίεργο για ποιο λόγο οι ΗΠΑ επιχειρούν να εμπλέξουν τους Κούρδους σε αυτό το στάδιο. Οι Κούρδοι καλούνται να συνεργαστούν με τους Τούρκους που τους βομβαρδίζουν επί μακρόν στα χωριά τους, όχι μόνο επιτρέποντας την απρόσκοπτη διέλευση των δυνάμεών τους από κουρδικά εδάφη, αλλά και παρέχοντας ασφάλεια στην είσοδο αυτών στην συριακή πόλη. Ο λόγος που οι ΗΠΑ επιθυμούν κάτι τέτοιο, δεν είναι για να εξασφαλιστεί ο αποκλεισμός της εξόδου τζιχαντιστών από την Raqqah, όσο ο αποκλεισμός εισόδου στην πόλη ενός άλλου αμερικανικού εχθρού… των Ρώσων!

Σε περίπτωση που η πόλη αποκλειστεί από τον κουρδικό παράγοντα, τότε οι συριακές και ρωσικές δυνάμεις δεν θα προλάβουν να συμμετάσχουν σε οποιαδήποτε επιχείρηση και το ανατολικό μέρος της Συρίας, ουσιαστικά, θα έχει χαθεί για πάντα. Για να αποτραπεί κάτι τέτοιο, η Ρωσία και η Συρία θα κληθούν να μειώσουν την πορεία των επιθετικών τους επιχειρήσεων στο Aleppo και να μοιράσουν τις δυνάμεις που υποστηρίζουν το καθεστώς σε δύο μέτωπα. Μία τέτοια απόφαση μοιάζει μάλλον απίθανη, επομένως πιθανότερο φαίνεται πως οι αμερικανοί σχεδιασμοί μετατοπίζονται ανατολικότερα επιχειρώντας να μειώσουν τη στρατηγική σημασία του Aleppo αποκλείοντας αυτό από βορρά και ανατολή.

Η σημασία των αραβικών πληθυσμών στους αμερικανικούς σχεδιασμούς είναι εξαιρετική, γι’ αυτό οι ΗΠΑ είχαν αποστείλει από τον Απρίλιο 250 ειδικούς συμβούλους για τη στρατολόγηση και εκπαίδευση αράβων μαχητών, πριν την επιχείρηση της Raqqah. Σύμφωνα με την κατάθεση του αμερικανού Στγου Joseph Dunford, στο Κογκρέσο, οι Άραβες του SDF, δυνάμεων που ηγούνται οι Κούρδοι, ανέρχονται σε 6000, ήτοι το 1/5 των συνολικών εν λόγω δυνάμεων. Στις ίδιες καταθέσεις ο ανωτέρω Στγος ανέφερε πως οι αραβόφωνοι μαχητές θα ανερχόντουσαν, πριν την επιχείρηση απελευθέρωσης της Raqqah, σε 14000. Παρόλα ταύτα ο κουρδικός παράγοντα παραμένει σημαντικός για τους αμερικανικούς σχεδιασμούς, λόγω και του αξιόμαχου που διαθέτει και τούτο ενισχύει τις πιθανότητες έξαρσης σεχταριστικών συγκρούσεων.

Οι ΗΠΑ έχουν εντείνει τους βομβαρδισμούς τους, βορείως της πόλης, για να υποστηρίξουν την κάθοδο του SDF. Ωστόσο το γεγονός πως η επιχείρηση προσανατολίζεται σε αποκλεισμό παρά σε απευθείας επίθεση δείχνει πως οι ΗΠΑ επιθυμούν τη δημιουργία μίας πρόσκαιρης κατάστασης, ως στάδιο προετοιμασίας για την επόμενη φάση. Ουσιαστικά η Ουάσινγκτον επιχειρεί να κερδίσει χρόνο μέχρι να αυξηθεί ο αριθμός των αράβων μαχητών, κάτι που μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω των αράβων συμμάχων της Τουρκίας, στις δυνάμεις του FSA.

Ωστόσο οι φιλοδοξίες των ΗΠΑ, δύναται να αποτελέσουν την απαρχή εμπλοκής της Ουάσινγκτον και όλων των συμμάχων της σε ένα νέο «Βιετνάμ». Στις 30-10-2016 το ισραηλινό think tank «Meir Amit Intelligence and Terrorism Information Center», προέβλεψε πως η απελευθέρωση της Μοσούλης θα αποτελέσει μία μακρά πολιορκία και σεχταριστική αιματοχυσία. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τις δηλώσεις ιρακινών αξιωματούχων, οι οποίοι εν μέσω διθυράμβων δήλωναν πως η επιτυχής ολοκλήρωση της επιχείρησης αναμένεται κατά το τέλος του 2017.

Το ζητούμενο, ωστόσο, είναι οι συνέπειες αυτών των εξελίξεων. Ισραήλ και Ιορδανία φοβούνται πως το «Ισλαμικό Κράτος» θα επιχειρήσει να επιτεθεί στις δύο ανωτέρω χώρες και να δημιουργήσει θύλακες, όπου δύναται. Οι συνθήκες που υφίστανται στην Ιορδανία ενδέχεται να μετατρέψουν σημαντικά τμήματα του πληθυσμού σε υποστηρικτές της εξτρεμιστικής οργάνωσης, αν αναλογιστούμε πως το φαινόμενο των τζιχαντιστών διαθέτει μία μοναδικότητα επέκτασης πέραν των συνόρων ενός αραβικού κράτους, τόσο όσον αφορά την ιδεολογία του, όσο και ως προς τις επιχειρήσεις αυτών. Η πίεση που ασκείται από τις ΗΠΑ προς τους τζιχαντιστές οφείλει να επιδείξει ακαριαία και αποφασιστικά αποτελέσματα. Η διαιώνιση των επιχειρήσεων, δύναται να επιφέρει τρομοκρατικές επιθέσεις και ανταρτοπόλεμο σε άλλα σημεία, προκειμένου να εκτραπούν η προσοχή και οι διατιθέμενοι πόροι από την εκστρατεία για την κατάληψη της Μοσούλης και να ανυψωθεί το ηθικό των υποστηρικτών των τζιχαντιστών στο Ιράκ, τη Συρία και αλλού.

Δεν είναι τυχαίο πως το Ισραήλ, επί μακρόν, διατηρούσε μία πολιτική παροχής συγκεκαλυμμένης βοήθειας στις κουρδικές οργανώσεις, επεκτείνοντας την ανθρωπιστική βοήθεια στους Κούρδους και τους Yazidi Χριστιανούς του Βορείου Ιράκ. Αυτός ήταν και ο κύριος λόγος «αντιποίνων» της Άγκυρας με την ανθρωπιστική βοήθεια προς τους Παλαιστίνιους, όπως φάνηκε και από το περιστατικό με το πλοίο «Mavi Marmara». Τότε το Ισραήλ επιχειρούσε να ελέγξει «δια αντιπροσώπων» την άνοδο των τζιχαντιστών στο Ιράκ, και τον περιορισμό αυτών από τις πλουτοπαραγωγικές πηγές στην βόρεια επικράτεια. Αυτός ήταν και ο λόγος της διπλωματικής προσέγγισης με την Συρία, η οποία διακόπηκε απότομα μετά την επανάσταση στη χώρα και την απειλή ανατροπής του καθεστώτος.

Οι αμφιβολίες που εγείρονται για την ικανότητα του ετερογενούς συνασπισμού που μάχεται στη Μοσούλη είναι βάσιμες και σημαντικές. Το IS έχει αντιγράψει τη HAMAS δημιουργώντας ένα δαιδαλώδες δίκτυο σηράγγων στη Μοσούλη, το οποίο χρησιμοποιεί για ανταρτοπόλεμο και απαγωγές αντιπάλων. Ο άπειρος στρατός του Ιράκ εξετάζει τα όρια των ικανοτήτων του, απέναντι σε ένα εφιαλτικό αστικό περιβάλλον. Την ίδια στιγμή το ζητούμενο δεν είναι μόνο η επιτυχής ανακατάληψη της πόλης αλλά και η επόμενη ημέρα αυτής. Ο θρησκευτικός φατριασμός περιπλέκει την υπόθεση, καθώς το τεράστιο συνονθύλευμα των θρησκευτικών σεχταριστικών ανταγωνισμών μεταξύ σουνιτών κατοίκων και του σιιτικού καθεστώτος, είναι πιθανό να παρακωλύσει την ανοικοδόμηση της πόλης, την διαχείριση της καθημερινότητας για μεγάλο μέρος του πληθυσμού και τη θέσπιση λειτουργικών τοπικών υπηρεσιών.

Η ανωτέρω κατάσταση αποτελεί εφαλτήριο προβληματισμών για τις αποφάσεις των ΗΠΑ στη Συρία. Από τη στιγμή που η Μοσούλη αποτελεί μία ανοιχτή πληγή στην καταπολέμηση του «Ισλαμικού Κράτους» η βεβιασμένη εμπλοκή των ΗΠΑ σε ένα ακόμα σημαντικό μέτωπο δεν αποτελεί πρόβλημα επιχειρησιακού σχεδιασμού και διάθεσης δυνάμεων, αλλά πρόβλημα διπλωματικών δυνατοτήτων. Η Συρία διαθέτει την ιδιαιτερότητα της εμπλοκής της Μόσχας στα δρώμενα και τις εξελίξεις, γεγονός που οφείλει να ληφθεί υπόψη σε κάθε στρατιωτικό εγχείρημα στην επικράτειά της. Ιδιαίτερα αν αναλογιστούμε πως η Ρωσία επιθυμεί να διατηρήσει υπό τον διακριτικό της έλεγχο την πορεία απελευθέρωσης της Al Bab, η οποία αποτελεί μείζονος σημασίας για τις κουρδικές φιλοδοξίες, βραχυπρόθεσμα διαφαίνεται πως η συνεργασία των Κούρδων θα αποτελέσει μήλον της έριδος μεταξύ Ρωσίας και ΗΠΑ. Επομένως το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο το εγχείρημα ταυτόχρονης εμπλοκής των ΗΠΑ σε Raqqah και Μοσούλη είναι εφικτό και ανθεκτικό στο σαθρό περιβάλλον συμμαχικών σχέσεων που παρατηρείται πως υφίσταται στην καταπολέμηση του «Ισλαμικού Κράτους». Οποιαδήποτε υποψία αποτυχίας θα επιφέρει αναζωπύρωση του ισλαμικού εξτρεμισμού και κύμα στρατολογήσεων που θα ξεπερνά όσα έχουμε δει μέχρι σήμερα στη Μέση Ανατολή.



http://www.militaire.gr/

geopolitics