Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2016

Καλωσήλθατε στο μέλλον: Το κύμα που έφερε τον Τραμπ βρίσκεται παντού

10/11/16



Ο επόμενος πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ πιάνει το τιμόνι μίας χώρας τεράστιας ισχύος, μίας οικονομίας κυρίαρχης παγκοσμίως -παρά την αυξανόμενη σημασία των αναδυόμενων οικονομιών- και ενός πολιτικού συστήματος που για το δυτικό κόσμο λειτουργούσε ως πόλος. Μπορεί να είναι σοκ, όμως αν κοιτάξει κανείς τις αντιδράσεις ανά την υφήλιο δεν ήταν πραγματική έκπληξη: Κάθε χώρα αναγνωρίζει στο εσωτερικό της τη δυναμική που έβγαλε τον Τραμπ.



Και είναι μία δυναμική που όσο η Κλίντον δεν μπορούσε να νικήσει, τόσο ούτε ο ίδιος ο Τραμπ μόνος του μπορούσε να δημιουργήσει.

Στη Βρετανία, πολλοί σήμερα χαρακτηρίζουν την «απροσδόκητη» επικράτηση νίκη του Τραμπ ηχώ της ψήφου για το Brexit. Στη Γαλλία, αντίτυπο της ανόδου της Λεπέν. Στη Γερμανία, ορμή ανάλογη με εκείνη του AfD. Στην Αυστρία, ανάλογη με την δική της προεδρική κάλπη (η οποία θα επαναληφθεί σε έναν μήνα).

Κάθε χώρα νιώθει την επικράτηση του Τραμπ ως κάτι σοκαριστικό μεν, αλλά θυμάται ότι έχει μία ανάλογη τέτοια εμπειρία. Επειδή όλοι αισθάνονται πως η δύναμη που ανέβασε τον Τραμπ υπάρχει δίπλα τους και έχει φέρει τα δικά τους «συστήματα», τα δικά τους «κατεστημένα», στα όριά τους.Γνώριμο σκηνικό: Εμείς εκεί κάτω, αυτοί εκεί πάνω

Την ώρα που όχι μόνο οι δύο πλευρές του Ατλαντικού αλλά όλη η υφήλιος ψάχνει την ερμηνεία του εκλογικού αποτελέσματος, ως μία κάποια αφετηρία θα μπορούσαν να λειτουργήσουν τα δημογραφικά στοιχεία των exit poll: ΚΑθοριστική αναδείχθηκε αυτό που συνήθως στις ΗΠΑ χαρακτηρίζεται «λευκή χαμηλή μεσαία τάξη», με τον ρεπουμπλικανό υποψήφιο όμως παράλληλα να καταγράφει μεγαλύτερη διείσδυση σε άλλες πληθυσμιακές ομάδες που στις προηγούμενες εκλογές είχαν δώσει τη νίκη στον Ομπάμα. Το δεύτερο έχει κυρίως να κάνει με το ότι αυτές οι πληθυσμιακές ομάδες δεν πείστηκαν αρκετά από την Κλίντον ώστε να κατέβουν στα εκλογικά τμήματα.


Αξίζει να τονιστεί το ζήτημα του φύλου: Παρά το ότι η μελανότερη κηλίδα στο προφίλ του ήταν ο σεξισμός που του αποδίδεται, τον επέλεξε συνολικά το 47% των γυναικών ψηφοφόρων (την Κλίντον επέλεξε το 49% των γυναικών ψηφοφόρων). Τα στοιχεία αυτά είναι από τις έρευνες του Reuters/Ipsos, όμως και οι υπόλοιπες έρευνες σχηματίζουν την ίδια εικόνα (επίσης με ελάχιστο προβάδισμα της Κλίντον στις γυναίκες ψηφοφόρους).

Τα υπόλοιπα ποιοτικά στοιχεία συμπληρώνουν τον πίνακα και δημιουργούν ένα γνώριμο σκηνικό: Η πλειονότητα των ψηφοφόρων δήλωνε πως «τα παραδοσιακά κόμματα και οι πολιτικοί δεν ενδιαφέρονται για απλούς πολίτες», «όλο και περισσότερο, δεν ταυτίζεται με αυτό που έχει γίνει η Αμερική», «τα ΜΜΕ ενδιαφέρονται περισσότερο για το κέρδος παρά για την αλήθεια», «η Αμερική χρειάζεται έναν ισχυρό ηγέτη που θα πάρει πίσω την χώρα από τους πλούσιους και ισχυρούς» και πως η «αμερικανική οικονομία είναι στρεβλωμένη ώστε να ευνοεί τους πλούσιους και τους ισχυρούς».

Και έτσι επέλεξε έναν πλούσιο και ισχυρό για να τα «διορθώσει» όλα αυτά τα προβλήματα.

Παράλογο και αντιφατικό; Ίσως (αν και όχι εντελώς, αν σκεφτεί κανείς ποια είχε απέναντί του ο Τραμπ) -αλλά η υποψηφιότητα τού μεγιστάνα αψηφούσε εξαρχής κάθε λογική. Για την ακρίβεια, δεν την αψηφούσε ακριβώς: Την υπερέβαινε.

Ο Τραμπ αγνοήσε κάθε λελογισμένη συμβουλή και κάθε πρόταση πολιτικών αναλυτών, επιστημόνων και δημοσκόπων που έλεγαν στο Ρεπουμπλικανό Κόμμα τι έπρεπε να κάνει για να κερδίσει: Μετά την επανεκλογή Ομπάμα, οι Ρεπουμπλικανοί άκουγαν από τους ειδήμονες ότι έπρεπε να διευρυθυνούν σε αφροαμερικανούς, σε λατινοαμερικανούς, να ποντάρουν τέλος πάντων στο πεδίο πέραν των των «λευκών, αγγλοσαξωνικής καταγωγής προτεσταντών Αμερικανών».

Τα σχόλια του Τραμπ βρίσκονταν στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση. Και παρ' όλα αυτά, ενώ οι Ρεπουμπλικανοί απελπίζονταν επειδή πίστευαν πως εξαιτίας αυτού θα έχαναν για άλλη μία τετραετία το Λευκό Οίκο, επικράτησε.


Κι εδώ, φυσικά, πολλοί στρέφονται στον πασίγνωστο νόμο που συνοψίζεται στο τσιτάτο «είναι η οικονομία, ηλίθιε». Η διάσταση αυτή υπάρχει: Παρά την ανάκαμψη, για εκείνη τη λεγόμενη λευκή χαμηλή μεσαία τάξη τα εισοδήματα ήταν στην καλύτερη περίπτωση στάσιμα. Η πρόσβαση σε καλές θέσεις εργασίας δεν βελτιώθηκε σημαντικά. Αυτό το τμήμα του πληθυσμού (στη λεγόμενη «σκουριασμένη ζώνη», με τα κλειστά παλιά εργοστάσια) πάγια δήλωνε ότι πιστεύει πως το προσωπικό οικονομικό του μέλλον δεν θα βελτιωθεί. Και πάλι όμως, η κρίση στις ΗΠΑ ήταν του 2008, όχι του 2016.

Το αντιμεταναστευτικό, και σε αρκετά του σημεία ξενοφοβικό, μήνυμα του Τραμπ, ήταν κυρίαρχο και καίριο. Ήταν η μία πλευρά της κεντρικής του θέσης που είχε πάρει στην οικονομία την εξής μορφή: Υπαναχώρηση από την «παγκοσμιοποίηση», εκείνη που είχε σκουριάσει τη ζώνη των εργοστασίων στην αμερικανική ενδοχώρα, επιστροφή στον προστατευτισμό.

Το ύφος του, οι συνειδητά εμπρηστικές του δηλώσεις δεν ήταν το κερασάκι στην τούρτα -ο πόλεμος στην «πολιτική ορθότητα» ήταν συνεπέστατη μεταφορά στο επικοινωνιακό πεδίο της στάσης του σε όλα τα υπόλοιπα. Από κοντά, ο ασύμμετρος πόλεμος που διεξήγαγε στο Διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης -αν όχι σε συντονισμό, σίγουρα σε αρμονία με τους ήδη υπάρχοντες διαύλους στις παρυφές του αμερικανικού Ίντερνετ.


Ο Υποψήφιος της (λευκής) Αλλαγής -όποια κι αν είναι αυτή



Όπως το αμερικανικό κατεστημένο είχε «προδώσει» την Αμερική επειδή ο πληθυσμός της άλλαζε και φαινόταν να γίνεται όλο και πιο πολύχρωμος, είχε επίσης «προδώσει» την Αμερική επειδή άφησε το οικονομικό πλαίσιο έτσι στρεβλωμένο ώστε αυτή η «παγκοσμιοποίηση» να λειτουργεί σε βάρος αυτών των στρωμάτων. Αυτό φάνηκε και από την απήχηση που είχε, από εντελώς διαφορετική αφετηρία, και η υποψηφιότητα του Μπέρνι Σάντερς στα ίδια τμήματα.


Εξίσου καθοριστικό ήταν ότι ο Τραμπ είχε απέναντί του την Κλίντον. Ήταν η ενσάρκωση όλου αυτού του συστήματος, σε κάθε του έκφανση, που ο Τραμπ κατακεραύνωνε ως κατεστημένο: Ήταν μέρος του πολιτικού κατεστημένου, όντας πολιτικά γέννημα θρέμμα των διαδρόμων της Ουάσινγκτον, θεωρήθηκε γέννημα θρέμμα του οικονομικού κατεστημένου της Γουόλ Στριτ με τις εκεί ακριβοπληρωμένες ομιλίες της.

Το κατά πόσο η υπόθεση με τα mail που ανακινήθηκε την ύστατη στιγμή από τον αρχηγό του FBI -έστω κι αν στο τέλος ο ίδιος παραδέχθηκε πως δεν προέκυψε τίποτα- θα μείνει για καιρό, και ίσως και για τους ιστορικούς του μέλλοντος, γρίφος για το αν έγινε το καρφί στο φέρετρο της Κλίντον. Για αρκετούς στις ΗΠΑ ήταν η απόδειξη πως η Κλίντον είχε μάθει να συμπεριφέρεται ως «υπεράνω των κανονισμών».

Σίγουρα οι «λύσεις» που πρότεινε ο Τραμπ ήταν απλές -στην εξωτερική πολιτική, αυτό ήταν ακόμη εμφανέστερο με το «έχω σχέδιο με την ISIS, αλλά δεν σας το λέω»- και σίγουρα δεν είχε καμία πολιτική εμπειρία (επιχειρηματικά, οι αποτυχίες του ήταν τόσο εντυπωσιακές όσο και το ταμπεραμέντο του). Αλλά «τι έχουμε να χάσουμε, τι μπορεί να πάει στραβά, πόσο χειρότερα μπορεί να τα κάνει;» φαίνεται να απάντησαν όσοι τον ψήφισαν.

Έτσι, παρά το αντιφατικό, ασυνάρτητο, υποκριτικό, ψευδές ή και στα όρια του παράλογου μήνυμά του, ο Τραμπ κατέληξε ο «υποψήφιος της αλλαγής» που θα εξέφραζε αυτήν «την σιωπηλή πλειοψηφία», θύμα περιφρόνησης. Η Κλίντον ήταν η υποψήφια του status quo, συνώνυμο της διαφθοράς, ελάχιστα χαρισματική μάλιστα, είχε ένα μήνυμα που ήθελε να είναι θετικό αλλά τελικά βασιζόταν στην αντίθεση στον Τραμπ. Αυτός ήταν ένας από τους νόμους που είχαν φέρει τον Ομπάμα, αυτός ήταν ο κανόνας για τον οποίο μόνον ο Μπους ο Γηραιότερος είχε καταφέρει να κρατήσει το Λευκό Οίκο ως υποψήφιος του ίδιου κόμματος (Ρεπουμπλικανών) για τρίτη θητεία.

Αυτό που έδωσε τη νίκη στον Τραμπ ήταν ότι έγινε ο υποψήφιος των «εμάς εδώ κάτω απέναντι σε αυτούς εκεί πάνω». Το ιδιαίτερα αμερικανικό σε αυτήν την περίπτωση ήταν μόνο το φυλετικό στοιχείο: Το «εμείς εδώ κάτω» ήταν κυρίως λευκό, αυτό που κάποτε ήταν αποκλειστικά το χρώμα των «εκεί πάνω».

Όλα αυτά ήταν δυνάμεις που δεν δημιούργησε και δεν θα μπορούσε ποτέ να δημιουργήσει από μόνος του ο Τραμπ. Καβάλησε ένα κύμα που υπάρχει σε πολλά σημεία της υφήλιου, ένα κύμα που σίγουρα η Κλίντον δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει. Από αυτήν την άποψη, ο Τραμπ είναι ένας πολύ ταιριαστός πρόεδρος για αυτήν την εποχή.

Προσπαθώντας να καθησυχάσει τους Αμερικανούς, ο Ομπάμα είπε τη νύχτα πως «ό,τι και να γίνει, αύριο ο ήλιος θα ανατείλει κανονικά». Σαφώς και έχει δίκιο -όμως το τι φωτίζει ο ήλιος είναι άλλο ζήτημα.


Βασίλης Ψυχογιός

geopolitics