Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2016

Erdogan: Μέχρι πού μπορεί να φτάσει η νεο-οθωμανική τρέλα.

10/11/16




Γράφει ο Γιώργος Αϊβαλιώτης
Αναλυτής γεωστρατηγικής και γεωπολιτικής ασφάλειας



Ως γνωστό οι ΤΕΔ επιδιώκουν την εμπλοκή τους στην απελευθέρωση της Μοσούλης μέσω της συνεργασίας τους με τους Peshmerga, ιδιαίτερα μετά το αδιέξοδο που έχει επέλθει στη συμμετοχή τους στις επιχειρήσεις στη βόρεια Συρία. Ο Τούρκος Πρόεδρος έχει μεταστρέψει τη ρητορική του, γεωγραφικά, συμπεριλαμβάνοντας περισσότερο το θέμα της «αρπαγής» της Μοσούλης από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στα τέλη της δεκαετίας του ’20 και αντικαθιστώντας τα αντίστοιχα σημεία στο λόγο του, περί απώλειας των τουρκικών εδαφών, υπέρ της Συρίας. Αυτές οι δηλώσεις έχουν επιτύχει την πολιτική συσπείρωση των ιρακινών φατριών εναντίον της Τουρκίας και τη δημιουργία ενός ιρακινού σιιτικού μετώπου εναντίον του Erdogan, την ίδια στιγμή που οι γειτονικές χώρες της Τουρκίας αισθάνονται απειλή από την αμφισβήτηση της Συνθήκης της Λωζάννης.



Η στάση του Ιράν απέναντι στις τουρκικές επιδιώξεις είναι κάθετη. Η Τεχεράνη θεωρεί ότι τέτοιες δηλώσεις έχουν ως σκοπό να δικαιολογηθεί η μετατόπιση του ενδιαφέροντος της Άγκυρας από τη Συρία προς τη Μοσούλη και το Ιράκ. Άλλωστε η αυξανόμενη αντιπαλότητα σε διπλωματικό επίπεδο, μεταξύ των δύο χωρών φαίνεται δειλά δειλά σε φιλοκυβερνητικά μέσα που αναφέρουν σφαγές στη Μοσούλη από το Ιράν, το οποίο κατηγορούν, αβάσιμα, ότι τους τελευταίους δύο αιώνες έχει αιματοκυλήσει τον ισλαμικό κόσμο για να αποκτήσει πρόσβαση στη Μεσόγειο.

Ποιος όμως είναι ο λόγος που η Τουρκία ξεκινά μία θρασύτατη ρητορική επιθετικότητας στην περιφέρειά της; Η Άγκυρα δεν έχει επιτύχει, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες που έχει επιδείξει, να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στις περιφερειακές εξελίξεις. Τα εγχειρήματα που τόλμησε, μέσω της «Ασπίδας του Ευφράτη» και των δυνάμεων στο στρατόπεδο Bashiqa, κέντρισαν το ενδιαφέρον των ΜΜΕ, αλλά δεν μετουσιώθηκαν σε χειροπιαστά διπλωματικά ή πολύ περισσότερο, στρατιωτικά οφέλη. Ο Τούρκος Πρόεδρος αναζητεί αγωνιωδώς τρόπους να εξέλθει από το τέλμα στο οποίο έχει εισέλθει η χώρα του. ΗΠΑ και Ιράκ αποτελούν τροχοπέδη σε αυτές τις επιδιώξεις, γεγονός που αυξάνει τη δυσαρέσκεια της Άγκυρας και την αγωνία για την αποφυγή της αποτυχίας επιστροφής των στρατευμάτων της, χωρίς διπλωματικά «λάφυρα».

Η Τουρκία επιδίωξε την αυτόβουλη και αυθαίρετη είσοδό της στις εξελίξεις, μέσω της εισόδου στρατευμάτων σε Συρία και Ιράκ, χωρίς να αναμένει το πράσινο φως από τη Δύση, το οποίο δε διαφαινόταν ότι θα λάμβανε. Θεώρησε πως η δημιουργία de facto καταστάσεων θα έφερνε τη διεθνή κοινότητα προ τετελεσμένων και τις γειτονικές Συρία και Ιράκ, ανήμπορες να αντιδράσουν, λόγω και της πολιτικής αδυναμίας του κρατικού μηχανισμού, όπως αυτή διαμορφώνεται από τις εμφύλιες συρράξεις και τη δράση των εξτρεμιστών στο εσωτερικό τους.

Η αλήθεια είναι πως η Τουρκία προέβη σε κακούς υπολογισμούς και βεβιασμένες αποφάσεις μετά την Αραβική Άνοιξη, με αποτέλεσμα να έρθει αντιμέτωπη με τις συνέπειες των λαθών της. Η αμφισβήτηση της νομιμότητας των συνόρων και Συνθηκών όπως αυτή της Λωζάννης απέχει μακράν από την επικαλούμενη εποικοδομητική πολιτική. Τέτοιες δηλώσεις δε συμβάλουν στην σταθερότητα της Μέσης Ανατολής και απομονώνουν την Άγκυρα, η οποία έρχεται αντιμέτωπη με χώρες της εν λόγω περιφέρειας που επιζητούν την ανάπτυξη των συνθηκών ασφάλειας για την ευημερία τους. Το Ιράν έχει ήδη στοχοποιήσει την Τουρκία στη διεθνή γνώμη, εκθέτοντας τις προθέσεις της ως επιθετικές εναντίον του συμμαχικού ιρακινού καθεστώτος και εν δυνάμει αιτία πολέμου μεταξύ των δύο χωρών.

Η στάση της Τουρκίας αφήνει υπόνοιες αντίστοιχης βούλησης του Τούρκου Προέδρου για προσάρτηση τμημάτων γειτονικών χωρών. Ωστόσο, για μία χώρα που μόλις εξήλθε μίας αποτυχημένης απόπειρας πραξικοπήματος και ζει υπό τον φόβο διώξεων των στρατιωτικών, με ταυτόχρονη μείωση της δύναμης των χειριστών αεροσκαφών σε λιγότερο από 1:1, τέτοια εγχειρήματα φαντάζουν, μάλλον, υπερβολικά. Δηλώσεις τέτοιου επιπέδου, αρχικά, θα πρέπει να αντιμετωπίζονται περισσότερο ως συνήθης εγχώριος σχεδιασμός για διεύρυνση των εξουσιών του Προέδρου, όχι των συνόρων.

Ο Erdogan εξακολουθεί να επιδιώκει να καταστήσει τη θέση του Προέδρου επίκεντρο όλων των εξουσιών στην Τουρκία, αντί για έναν εν πολλοίς εθιμοτυπικό αξίωμα όπως ήταν πριν αναλάβει την εξουσία και όπως εξακολουθεί θεωρητικά να είναι. Ωστόσο, δεν έχει την υποστήριξη του Κοινοβουλίου για να προβεί σε αυτή τη συνταγματική αλλαγή και ίσως να μην την έχει και στη χώρα, αν οδηγήσει τα πράγματα σε δημοψήφισμα. Και στις δύο περιπτώσεις, ο περισσότερο πιθανός χώρος ψηφοφόρων που μπορούν να κερδηθούν είναι οι εθνικιστές, οι οποίοι δεν αντιτίθενται στο να γίνεται λόγος για τις ιστορικές διεκδικήσεις της Τουρκίας σε παρακείμενα εδάφη ή στρατιωτικές επιθέσεις κατά κουρδικών οργανώσεων, που ζουν εκεί.

Ο Τούρκος Πρόεδρος επιδιώκει να διευρύνει τη βάση υποστήριξής του στις τάξεις των εθνικιστών, προβάλλοντας μία σκληρή ρητορική επί περιφερειακών θεμάτων. Η πρόσφατη εγχώρια καταστολή κατά Κούρδων πολιτικών αποτελεί μέρος αυτού του σχεδιασμού. Η αποφασιστικότητα του Erdogan είναι τέτοια ώστε ο Τούρκος Πρόεδρος να μην υπολογίσει ούτε την πτώση στις χρηματιστηριακές αγορές, η οποία ακολούθησε, παρά την δυσμενή κατάσταση της τουρκικής οικονομίας. Το ίδιο μπορούμε να επικαλεστούμε και για την απόφαση επαναφοράς της θανατικής ποινής, η οποία θα μπορεί να εφαρμοστεί σε Κούρδους ενόπλους, στα μέλη της Κοινότητας Gulen και σε πραξικοπηματίες. Η ιδέα αυτή έχει κερδίσει, άμα τη εμφανίσει, την υποστήριξη του εθνικιστικού MHP, του οποίου οι βουλευτές θα είναι αμφιταλαντευόμενοι όταν τα σχέδια για συνταγματική αλλαγή φθάσουν στο Κοινοβούλιο.

Η εξωτερική πολιτική του «νέο-σουλτάνου» έχει καταστεί περισσότερο αποφασιστική μετά την απόπειρα πραξικοπήματος, ως αναμενόταν. Τον Αύγουστο απέστειλε στρατεύματα στη Συρία, παρά τις διώξεις που ασκούνταν ταυτόχρονα στις ΤΕΔ. Ο στρατός αποτελεί πλέον εργαλείο των φιλοδοξιών του Erdogan, ο οποίος αποσκοπεί να αποκομίσει κάθε κέρδος από τέτοιες επιχειρήσεις για την προσωπική του ανάδειξη, αφαιρώντας όλη τη δόξα από τους δρώντες στα πεδία της μάχης. Μπορεί η Άγκυρα να δικαιολογεί την είσοδο των ΤΕΔ στη Συρία για την καταπολέμηση της IS, αλλά ουσιαστικά εκκαθαρίζει εδάφη της Συρίας από τις κουρδικές οργανώσεις, τις οποίες ο Τούρκος Πρόεδρος έχει θέσει υψηλά στην ιεράρχηση των διώξεών του.

Πέραν της Συρίας, η Τουρκία έχει αποστείλει τεθωρακισμένα και στρατεύματα στα σύνορα με το Ιράκ. Οι εν λόγω Δυνάμεις είναι έτοιμες να ενισχύσουν τις αντίστοιχες των 2000 αντρών στο Ιράκ, παρά τις έντονες διαμαρτυρίες της Βαγδάτης. Ωστόσο το τουρκικό καθεστώς εξυπηρετείται ταυτόχρονα, έχοντας απομακρύνει δυνάμεις, που υποψιάζεται πως αποτελούν εν δυνάμει κίνδυνο για νέο πραξικόπημα, από αστικά κέντρα. Η επιμονή του Τούρκου Προέδρου απαιτεί την ηθική δικαίωση, η οποία αρχικά εξυπηρετήθηκε και εξυπηρετείται από τις φιλικές σχέσεις Erdogan και Barzani.

Ωστόσο, η κατάσταση αυτή θεωρείται ρευστή, αν ο Barzani χάσει την εξουσία από το αντίπαλο πολιτικό δέος των Talabani ή αν οι Peshmerga αποφασίσουν πως δε διαθέτουν κοινά συμφέροντα με την Τουρκία. Προκειμένου η Άγκυρα να διατηρήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων χρησιμοποιεί εναλλακτικά και επανειλημμένως στη ρητορική της την εξουσία που είχε η Τουρκία στο παρελθόν επί της περιοχής, προκειμένου να αντιτάξει την ηθική δικαίωση απελευθέρωσης αλύτρωτων πατρίδων, έναντι της έντονης δυσαρέσκειας σε αρκετούς συμμάχους. Τούτο δε σημαίνει πως η Άγκυρα δε μπορεί να υπαναχωρήσει από τις φιλοδοξίες της με ένα ικανοποιητικό οικονομικό ή διπλωματικό αντάλλαγμα, κατά πάγια τακτική της οθωμανικής πολιτικής.

Τα ΜΜΕ συνδυάζουν σε άρθρα τους τα πλούτη της Μοσούλης και του Kirkuk με την ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, την οποία ανασύρουν στοχοποιώντας τις πολιτικές επιλογές του παρελθόντος. Η Μοσούλη διατηρεί μία θέση μοναδικής ιστορικής συνείδησης στη συλλογική μνήμη της Τουρκίας. Η ανάπτυξη στρατευμάτων από τον Erdogan πλησίον του Ιράκ αποτελεί μέρος της προσπάθειας της Τουρκίας να τοποθετηθεί στρατηγικά και οι δυνάμεις της να κυριαρχήσουν μετά τη μάχη απελευθέρωσης.

Την ίδια στιγμή θα πρέπει να έχουμε στο νου πως η καταπολέμηση των τζιχαντιστών δεν είναι ο πρώτος ιεραρχικά στόχος της Τουρκίας. Όπως και στη Συρία, η Τουρκίας επιθυμεί την καταπολέμηση του PKK στο Ιράκ, έχοντας χαρακτηρίσει τη γειτονική, με τη Μοσούλη, Sinjar, ως ευαίσθητης σημασίας στόχο. Η τελευταία αποτελεί βάση των Κούρδων που πολεμούν τις ΤΕΔ, αλλά ταυτόχρονα έχουν πολεμήσει και εκδιώξει τους εξτρεμιστές από την περιοχή. Τούτο επιβεβαιώνει πως ο Erdogan έχει άλλους λόγους, πέραν της εσωτερικής πολιτικής, που επιδιώκει να επηρεάσει τις συγκρούσεις που συνταράσσουν τις γειτονικές χώρες της Τουρκίας.

Η Άγκυρα διαβλέπει πως Ιράκ και Συρία στο άμεσο μέλλον θα είναι διαλυμένα κράτη. Αυτό συνεπάγεται μεγάλη αστάθεια, εμφύλιο πόλεμο και τζιχαντιστικούς κινδύνους. Η καλύτερη αντίδραση για την Τουρκία είναι μία προωθημένη προληπτική στρατιωτική παρουσία και στις δύο χώρες. Επίσης διακυβεύονται σεκταριστικές συμμαχίες. 
Ο Erdogan ως σουνίτης πολιτικός, που προωθεί την εμπλοκή του εν λόγω δόγματος και στον κρατικό μηχανισμό, ικανοποιώντας το θρησκευτικό αίσθημα του μέσου τούρκου πολίτη, παρουσιάζει την Τουρκία ως προστάτιδα δύναμη των σουνιτών στο Ιράκ και τη Συρία, οι οποίοι «υφίστανται καταπιέσεις» από τις σιιτικές κυβερνήσεις που υποστηρίζονται από το Ιράν.

Ο Erdogan θα πρέπει να είναι τουλάχιστον δυσαρεστημένος και προβληματισμένος, όπως θα ήταν και κάθε Τούρκος ηγέτης, κοσμικός ή ισλαμιστής, βλέποντας το Ιράν να αναδύεται. Δεν είναι τυχαίο ότι στο παρελθόν ο τούρκος Πρόεδρος Gul είχε δηλώσει ότι η χώρα του πρέπει να αποκτήσει την τεχνογνωσία κατασκευής βαλλιστικών πυραύλων, διότι θεωρείτο απαράδεκτο να υπολείπεται η Τουρκία έναντι άλλων γειτονικών χωρών που διαθέτουν την εν λόγω τεχνογνωσία. Αν δούμε το χάρτη της Τουρκίας η μοναδική γειτονική χώρα που διέθετε την δυνατότητα κατασκευής βαλλιστικών πυραύλων ήταν το Ιράν.

Επί των σεκταριστικών συμμαχιών και ανταγωνισμών ΗΠΑ και Τουρκία φαίνεται πως έχουν βρει το μοναδικό κοινό σημείο, ιδιαίτερα δε μετά την εκλογή Trump. Ο μελλοντικός αμερικανός Πρόεδρος έχει διαφωνήσει κάθετα με την πολιτική προσέγγισης του απερχόμενου Obama και αυτές οι διαφωνίες μεταξύ των δύο πολιτικών δίνουν την ευκαιρία στον Erdogan να βρει ένα κοινό σημείο αντιμετώπισης του περιφερειακού αντίπαλου δέους, εντός του μουσουλμανικού κόσμου. Αυτό που υπονομεύει τις τουρκικές επιδιώξεις είναι η επιχείρηση της Μοσούλης, η οποία κλιμακώνεται συνεχώς, έχει την αμερικανική σφραγίδα και στηρίζεται σε σιιτικές δυνάμεις. Η διαφωνία ΗΠΑ και Τουρκίας επί αυτού του θέματος απειλεί να αποδιοργανώσει τον εύθραυστο συνασπισμό που επιχειρεί στη Μοσούλη, αν το σχέδιο ανακατάληψης παρεκκλίνει σε οποιοδήποτε σημείο του.

Το εσωστρεφές και υπερεθνικιστικό εκλογικό σώμα της Τουρκίας εκβιάζει ουσιαστικά τον Τούρκο Πρόεδρο, προκειμένου να το ικανοποιήσει και να ικανοποιηθεί. Η κριτική του στους συμμάχους του στο ΝΑΤΟ για την αποτυχία τους στη σφαγή της Συρίας ή την χλιαρή υποστήριξή τους στην αντιμετώπιση του αποτυχημένου πραξικοπήματος, αποτελεί σκληρό πολιτικό λόγο, που ουδέποτε έπληξε ένα Πρόεδρο που διεξάγει μία πολιτική εκστρατεία, αλλά δημιουργεί ένα τοξικό μείγμα στις διατλαντικές σχέσεις. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος που ελλοχεύει για τον Erdogan είναι η ακροδεξιά πολιτική, που αναμένεται αν ακολουθηθεί από τον Trump ή η άνοδος της ακροδεξιάς στην Ευρώπη, η οποία έχει να αντιμετωπίσει εκλογές σε Αυστρία, Γαλλία και Γερμανία. Η ανοχή που θα επιδειχθεί από κυβερνήσεις που επιθυμούν την αποκέντρωση της ευρωπαϊκής πολιτικής από τις Βρυξέλλες και την επιστροφή του ελέγχου στις εθνικές κυβερνήσεις δύναται να δυναμιτίσουν τις εύθραυστες σχέσεις που έχουν αναπτυχθεί με ένα παραδόπιστο, αδηφάγο και αγκυλωμένο εθνικιστικό καθεστώς.

Σε όλο αυτό το περίπλοκο διπλωματικό περιβάλλον η Ελλάδα τοποθετείται στο μάτι του κυκλώνα. Αρχικά η είσοδος αρκετών μεταναστών μουσουλμανικού θρησκεύματος και η πολιτική που ακολουθείται για την ενσωμάτωση (;) αυτών στην ελληνική κοινωνία, χωρίς να υφίστανται ανάλογες οικονομικές συνθήκες που θα απομακρύνουν το φονταμενταλισμό χάριν της οικονομικής ευημερίας του ατόμου, αποτελεί μία πυρηνική βόμβα για τη χώρα μας. Ο Erdogan έχει αποδείξει σε Συρία και Ιράκ, ότι εκμεταλλεύεται την ύπαρξη του σουνιτικού στοιχείου προκειμένου να δικαιολογήσει την εξωτερική πολιτική του, ως προστάτης των απανταχού σουνιτών.

Κατά δεύτερον η Τουρκία έχει αποδείξει ότι δεν ακολουθεί την πολιτική της ευθείας αντιπαράθεσης, αλλά εκμεταλλεύεται την αποσάθρωση των γειτονικών κρατικών μηχανισμών και κοινωνιών. Στη Συρία και το Ιράκ εκμεταλλεύτηκε τη διάλυση του κράτους και την αδυναμία απάντησης στις τουρκικές ενέργειες. Ιστορικά στην Κύπρο η Τουρκία εκμεταλλεύτηκε την πολιτική αδυναμία που επικρατούσε στην Ελλάδα με την πτώση του καθεστώτος των συνταγματαρχών, αλλά και τις εμφύλιες έριδες που είχαν αναπτυχθεί στην Κύπρο. Η οικονομική ανοχή και η ο έτι μεγαλύτερος εξευτελισμός του πολιτικού συστήματος, που αγγίζει πλέον τα όρια της γελοιοποίησης δύναται να διεγείρουν το ενδιαφέρον της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, ιδιαίτερα στο χρονικό σημείο που το καθεστώς του «νέο-σουλτάνου» διαπιστώσει ότι η τουρκική κοινωνία ξεκινήσει να διαπιστώνει το αδιέξοδο της τουρκικής επέμβασης πέραν των νότιων και ανατολικών συνόρων.

Η εναλλακτική διαδρομή αποφυγής των αδιεξόδων σε νότο και ανατολή θα είναι δυτικά, όσο απίστευτο και αν διαφαίνεται κάτι τέτοιο λόγο Συνθηκών και Συμμαχιών. Άλλωστε όπως προείπαμε η δημιουργία de facto καταστάσεων αποτελεί επιδίωξη της Άγκυρας, η οποία επιθυμεί να εκμεταλλευτεί την δυσκαμψία της διεθνούς κοινής γνώμης που απασχολείται με έτερα προβλήματα εσωτερικής πολιτικής (άνοδος ακροδεξιάς) και ασφάλειας (τζιχαντιστές). Ένα θερμό επεισόδιο επί των «δεκαέξι νήσων» που η αντιπολίτευση κατηγορεί τον Erdogan ότι έχει παραχωρήσει με την πολιτική του στην Ελλάδα, θα οδηγούσε στην άμεση ειρηνευτική επέμβαση της διεθνούς κοινότητας. Εν τέλει θα έσερνε την Ελλάδα στην επίλυση της διένεξης μέσω του Δικαστήριο της Χάγης, εξέλιξη την οποία οι ελληνικές κυβερνήσεις διαχρονικά απέφευγαν, αλλά πλέον δε διαθέτουν την εθνική κυριαρχία του παρελθόντος για να αρνηθούν. Αυτό είναι ένα πιθανό σενάριο που θα εξανάγκαζε όλο τον τουρκικό κόσμο να προσκυνήσει τον νέο σουλτάνο και θα ικανοποιούσε τους κρυφούς πόθους του «Ιζνογκούντ» Erdogan που επιθυμεί να αντικαταστήσει τον Κεμάλ στη συνείδηση του τουρκικού έθνους.




------------------------

Ιδιοκτησία πνευματικών δικαιωμάτων του Geopolitics & Daily News - © 2016.

Το περιεχόμενο του site αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του Geopolitics & Daily News. Οποιαδήποτε πληροφορία (κείμενο, εικόνες, γραφικά) περιέχεται στο site μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για προσωπική, μη εμπορική χρήση. Είναι παράνομη η αντιγραφή, αναπαραγωγή, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, μέρους ή του συνόλου των περιεχομένων του site χωρίς προηγούμενη έγγραφη συγκατάθεση ή αναφορά της σελίδας.

geopolitics