Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2016

H Χίλαρι έχασε ή μήπως δεν θα μπορούσε ποτέ να κερδίσει;



10/11/16

Είναι αρκετά δύσκολο για ένα κόμμα που έχει τον πρόεδρό του στον Λευκό Οίκο για δύο συνεχόμενες θητείες να πετύχει και τρίτη. Ίσως να ήταν εξαίρεση ο Τζορτζ Χέρμπερτ Μπους, όταν το 1988 έγινε πρόεδρος, ενώ ήταν ήδη αντιπρόεδρος του Ρόναλντ Ρίγκαν.

Υπό αυτή την έννοια, η ήττα της Χίλαρι Κλίντον δεν θα έπρεπε να αποτελεί έκπληξη. Ακόμα και αν απέναντί της είχε έναν υποψήφιο τόσο sui generis: εξόργιζε ακόμα και το κόμμα του, έκανε επιφανείς πολιτικούς (και πρώην προέδρους) να σκέφτονται να μην τον ψηφίσουν (αν δεν το έκαναν πράγματι), προκαλούσε θύελλα με τις ρατσιστικές τοποθετήσεις του, αλλά και τις αποκαλύψεις που έβλεπαν το φως της δημοσιότητας.

Όμως ο Ντόναλντ Τραμπ, ο επιχειρηματίας που δεν κατείχε ποτέ θέση σε δημόσιο αξίωμα ή στις Ένοπλες Δυνάμεις (άλλη μια πρωτιά) σάρωσε στους εκλέκτορες: Πήρε σχεδόν όλες τις πολιτείες-«κλειδιά», αλλά και ορισμένες που κανονικά δεν χάνονται για τους Δημοκρατικούς. Η Πενσιλβάνια για παράδειγμα ή το Ουισκόνσιν που μέχρι και ο Μάικ Δουκάκης είχε κερδίσει το 1988, όταν διεκδίκησε ανεπιτυχώς την προεδρία με αντίπαλο τον Τζορτζ Μπους.

Το 1992 είχε γίνει διάσημη η φράση «It's the economy, stupid». Αυτή εξήγησε σε μεγάλο βαθμό γιατί ο Μπιλ Κλίντον κέρδισε τις προεδρικές εκλογές εκείνης της χρονιάς, φέρνοντας -όπως τότε ήταν το σλόγκαν- «τη γενιά των 40άρηδων».

Λογικά, η φράση εκείνη θα έπρεπε να έχει βοηθήσει την Χίλαρι το 2016, δεδομένου ότι ο Μπαράκ Ομπάμα κράτησε όρθια την αμερικανική οικονομία μετά την κρίση του 2008, έφερε ανάπτυξη και έριξε θεαματικά την ανεργία.

Φαίνεται όμως ότι αυτή η ανάπτυξη δεν έφτασε σε όλους τους Αμερικάνους. Ή πιο σωστά, όπως τώρα παρατηρούν αρκετοί, έφτασε σε λίγους, αφήνοντας πολλούς από τους «νοικοκυραίους» της «σιωπηλής πλειοψηφίας» δυσαρεστημένους με τους μισθούς και τη στασιμότητα.

O Πολ Γκρούγκμαν καλεί τον κόσμο να γνωρίσει αυτή τη νέα Αμερική, «των λευκών των αγροτικών περιοχών με τις παραδοσιακές αξίες», αλλά και πολλών άλλων που μπορεί να μην ασπάζονται αντιδημοκρατικές πρακτικές, αλλά είναι έτοιμοι να ψηφίσουν οποιονδήποτε έχει την ταμπέλα των Ρεπουμπλικάνων.

Με κάποιο τρόπο, ο Τραμπ κατάφερε να τους πείσει ότι για όλα έφταιγαν οι κακές εμπορικές συμφωνίες που είχαν υπογράψει οι Δημοκρατικοί. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι στην πρώτη του ομιλία ως εκλεγμένου προέδρου, δεν είπε κουβέντα για τα τείχος που θα χτίσει ή τους μεξικάνους και τους μουσουλμάνους που θα διώξει, αλλά αναφέρθηκε στα έργα υποδομής που θα δώσουν δουλειές.

Ακόμα και αν η Χίλαρι Κλίντον πιέστηκε από τον Μπέρνι Σάντερς (που πάλεψε και για πολλούς θα ήταν πιο εύκολο να κερδίσει), οι απαντήσεις που έδινε σε αυτά τα θέματα δεν ήταν αρκετά πειστικές.

Υπάρχει πάντα και το θέμα εμπιστοσύνης. Η Κλίντον είναι η Κλίντον. Είναι το πρόσωπο που έκανε ομιλίες επί πληρωμή στην Goldman Sachs, είναι το πρόσωπο που δεν χειρίστηκε σωστά την υπόθεση των emails και έφτασε να βρίσκεται στο στόχαστρο του FBI μέχρι και την παραμονή των εκλογών.

Ο Τραμπ το έλεγε και το ξανάλεγε: της έχετε εμπιστοσύνη όταν δεν μπορεί να χειριστεί την ευαίσθητη ηλεκτρονική αλληλογραφία;

Αρκετοί επισημαίνουν ότι έφταιξε και το μήνυμα. Η ίδια πούλησε βασικά τον εαυτό της, σαν να ήταν σχεδόν υποχρέωση των Αμερικανών να την κάνουν επιτέλους πρόεδρο. Σε κάθε περίπτωση, το «Stronger Together» δεν ήταν τόσο δυνατό όσο το «Hope and Change» του Ομπάμα το 2008 (το οποίο εκείνη σε κάποια φάση είχε ειρωνευτεί), ούτε βέβαια όσο δυνατό ήταν το «Make America Great Again» του Τραμπ.



Ίσως να έφταιξαν και οι δημοσκοπήσεις που για μια ακόμα φορά, όπως συνέβη και με το Brexit, έπεσαν έξω. Μπορεί ορισμένες να έδιναν διαφορά στα όρια του στατιστικού λάθους, όπως όντως έγινε, όμως υπήρχε η αίσθηση ότι η Κλίντον θα σαρώσει.

«Δεν θα τον ψηφίσουν οι μαύροι, δεν θα τον ψηφίσουν οι ισπανόφωνοι, δεν θα τον ψηφίσουν οι γυναίκες» έλεγε ένας νεαρός Νεοϋορκέζος πριν από λίγους μήνες. Και όμως -όπως φάνηκε από τα στατιστικά των exit polls- περίπου 1 στους 3 νέους και 1 στους 3 ισπανόφωνους ψήφισαν Τραμπ.

Η Φλόριντα -η πολιτεία που κάποτε αναστάτωσε μια προεδρική εκλογή- έπεσε πολύ εύκολα στα χέρια του.

Στις εκλογές του 2012, όταν ο Ομπάμα κέρδισε τη δεύτερη θητεία στον Λευκό Οίκο, γινόταν μια συζήτηση στο CNN για τους Ρεπουμπλικάνους που αδυνατούν να κερδίσουν εκλογές, επειδή οι ΗΠΑ δεν είναι πλέον αυτό που ήταν: ο πληθυσμός αλλάζει σημαντικά, οι ισπανόφωνοι και όχι μόνο είναι περισσότεροι.

Φαίνεται όμως ότι ο Τραμπ -ως επιχειρηματίας- πούλησε καλύτερα τον εαυτό του, με ευχάριστες και φιλόδοξες υποσχέσεις προς όλους όσοι δήλωναν εξοργισμένοι με την Ουάσινγκτον. Όχι ως πόλη, αλλά ως θεσμό, ως πολιτικό κατεστημένο. Αυτό που είναι η Χίλαρι, όπως έλεγε, αυτό που θα ήταν ένας οποιοσδήποτε άλλος υποψήφιος για τους Ρεπουμπλικάνους. Ο ίδιος δεν δίσταζε να τρίξει τα δόντια και στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα που του έδωσε το χρίσμα, όταν δήλωνε ενοχλημένο από το στιλ και τον εμπρηστικό του λόγο.

Φυσικά για τον Τραμπ τα δύσκολα θα αρχίσουν τον Ιανουάριο, όταν θα κληθεί να τηρήσει τις υποσχέσεις του σε μια άκρως διχασμένη κοινωνία.

«Είμαι πολύ περίεργη πού θα πάει αυτή η υπόθεση. Έχει υποσχεθεί τόσα πολλά χωρίς κανένα πρόγραμμα» δηλώνει (παγωμένη από το αποτέλεσμα) μια οπαδός των Δημοκρατικών, η οποία ανέκαθεν -πάντως- δυσκολευόταν να πιστέψει ότι οι συμπολίτες της θα ψήφιζαν ποτέ για πρόεδρο μια γυναίκα.

Απόστολος Ρουμπάνης

geopolitics