Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

Τα “σκοτεινά ταμπού” του Κυπριακού που αρνούμαστε να συζητήσουμε! Ποια είναι

2/12/16



Γράφει ο Γιώργος Αϊβαλιώτης
Αναλυτής γεωστρατηγικής και γεωπολιτικής ασφάλειας


Η πρόσφατη αποτυχία στις συζητήσεις για την επίλυση του κυπριακού προβλήματος ανήγειρε πλήθος συζητήσεων για τους υπεύθυνους αυτής. Μέσα στον κονιορτό που προκάλεσαν τα ΜΜΕ ο κόσμος ξέχασε αυτό που τόσο εύστοχα αποτύπωνε ο ελληνισμός της Κύπρου σε πλακάτ με την φράση «ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ».

Δηλαδή πως η Κύπρος είναι μία σκοτεινή ιστορία, ένα θέμα ταμπού, για όλο τον ελληνισμό, η οποία κατέληξε σε μία κατοχή του βόρειου τμήματος του νησιού. Οποιαδήποτε λοιπόν συζήτηση δεν θα πρέπει να περιλαμβάνει οποιαδήποτε λύση νομιμοποίησης αυτής της εξέλιξης, δε μπορεί δηλαδή να νομιμοποιεί τη διχοτόμηση του Νησιού.

Από την άλλη θα πρέπει να σκεφτούμε πολύ σοβαρά ποιες είναι οι ευθύνες του ελληνικού και του κυπριακού κράτους, όχι τώρα που «απέτυχαν» οι συνομιλίες, αλλά τότε που δημιουργήθηκε το κυπριακό πρόβλημα. Αυτό θα προσπαθήσω να το αποτυπώσω μέσα από λογικά και σκληρά ερωτήματα το οποία όμως στηρίζονται μέσα από πραγματικά γεγονότα και δεδομένα.

Αρχικά θα πρέπει να αναρωτηθούμε το πλέον απλό: Αφού υπήρξαν εχθροπραξίες μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας για ποιο λόγο ουδεμία εκ των δύο χωρών δεν κήρυξε τον πόλεμο εναντίον της άλλης; Είναι πραγματικά περίεργο το γεγονός ότι ενώ έχουμε χιλιάδες νεκρούς και αγνοούμενους, ουδέποτε κηρύχθηκε πόλεμος μεταξύ των δύο.

Το αξιοπερίεργο ενισχύεται από ακόμα ένα δεδομένο: Η Ελλάδα μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου «Αττίλα» διέθετε διαφορετικό πολίτευμα, έχοντας πλέον νέα ορκισμένη κυβέρνηση. Αφενός οι Συνταγματάρχες της επταετίας, αφετέρου ο Κ. Καραμανλής ακολούθησαν την ίδια γραμμή, θυσιάζοντας την Κύπρο, ένα έδαφος του ελληνισμού, για χάρη των αντι-κομμουνιστικών θεωριών και της «από βορρά απειλής»… Οποιαδήποτε παγίωση πολεμικού κλίματος μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, δύο νατοϊκών χωρών, θα αποτελούσε νερό στο μύλο της ΕΣΣΔ και θα υπέθαλπτε διασπαστικούς κινδύνους στο ανατολικότερο άκρο του ΝΑΤΟ. Εν τέλει θα οδηγούσε σε αμερικανική επέμβαση και ανατροπή οποιουδήποτε αποφάσιζε μία τόσο ακραία απόφαση προκειμένου να διασφαλιστεί η γεωστρατηγική σφαίρα επιρροής των ΗΠΑ στη ΝΑ Μεσόγειο.

Κατά δεύτερον υπάρχει ένα αναμφισβήτητο δεδομένο στο κυπριακό: ο λόγος του Μακάριου στις 19-07-1974 στο Σ.Α. του ΟΗΕ. Ως γνωστόν σε εκείνο το λόγο ο Κύπριος Πρόεδρος χαρακτήριζε την παρουσία των ελληνικών δυνάμεων στο Νησί ως εισβολή και παρέμβαση της Ελλάδος στα εσωτερικά ζητήματα της Κύπρου. Υποστήριζε πως σκοπός των ελληνικών δυνάμεων ήταν η πολιτειακή ανωμαλία και η ανατροπή του ιδίου, πράξεις δηλαδή που δεν αποτελούν στρατιωτικές επιχειρήσεις, ενώ δήλωνε πως η ΕΛΔΥΚ συνεργαζόταν με τρομοκράτες (σ.σ. ΕΟΚΑ Β΄) και ως εκ τούτου χαρακτήριζε και τους αξιωματικούς της ΕΛΔΥΚ ως τρομοκράτες. Πολλοί έχουν αναφέρει πως εκείνος ο λόγος αποτελούσε πρόσκληση του Μακάριου προς την Άγκυρα για επέμβαση στην τουρκική επικράτεια. Ωστόσο τα δεδομένα είναι πιο περίπλοκα.

Σύμφωνα με τη Συνθήκη Εγγυήσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας:
Εγγυήτρια χώρα χρειάζεται να αμυνθεί σε περίπτωση εισβολής από μια Τρίτη χώρα.
Τα Ηνωμένα Έθνη ζητήσουν ένοπλη παρέμβαση από μια εγγυήτρια χώρα
Η Κυπριακή Δημοκρατία ζητήσει ένοπλη παρέμβαση και το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών εγκρίνει το αίτημα.

Από τη στιγμή που το Σ.Α. του ΟΗΕ δεν κατέληξε ποτέ σε κάποια απόφαση επί των δηλώσεων του Μακαρίου, κανένας εκ των ανωτέρω λόγων δε νομιμοποιεί την τουρκική παρέμβαση. Ωστόσο αυτό που κρύβεται μέσα στο λόγο του Μακάριου δεν είναι η πρόσκληση στην τουρκική πλευρά, αλλά ο χαρακτηρισμός των ελληνικών δυνάμεων ως τρομοκράτες. Τούτο εγείρει πολλά ζητήματα τα οποία το ελληνικό κράτος ουδέποτε ήθελε να αγγίξει έως και σήμερα.

Προκειμένου να αντιληφθούμε μία σκληρή πραγματικότητα θα αναγκαστώ να χρησιμοποιήσω ένα παρεμφερές παράδειγμα εκείνης της περιόδου. Το 1975, στον εμφύλιο της Αγκόλα οι People’s Movement for the Liberation of Angola (MPLA) συνέλαβαν αλλοδαπούς στρατιώτες που πολεμούσαν στο πλευρό του National Liberation Front of Angola (FLNA). Στη δίκη της Luanda, που ακολούθησε, οι συλληφθέντες κρίθηκαν ένοχοι ως παράνομοι μισθοφόροι και εκτελέστηκαν.

Κάπου εδώ θα πρέπει να αναζητήσουμε τα προβλεπόμενα από το Νόμο περί Πολέμου και τη Συνθήκη της Γενεύης του 1949, έχοντας στο μυαλό μας ένα εξαιρετικής σημασίας στοιχείο: το γεγονός πως όσα σήμερα γνωρίζουμε για το Νόμο περί Πολέμου διαμορφώνονται μετά από τρία πρωτόκολλα τα οποία επισυνάφθησαν στην εν λόγω Συνθήκη από το 1977 κι εντεύθεν, γεγονός που σημαίνει ότι δεν ίσχυαν την εποχή των τουρκικών επεμβάσεων. Αν και το 1974 ίσχυε πως δεν ήταν απαραίτητη η κήρυξη πολέμου για να προστατευθούν οι στρατιώτες μίας χώρας από της Συνθήκη της Γενεύης κατά τη διάρκεια εχθροπραξιών, ωστόσο δεν προβλεπόταν η απόδοση των δικαιωμάτων εμπλεκομένων σε μάχες σε όσους χαρακτηρίζονταν τρομοκράτες ή αντάρτες, όπως δηλαδή τους χαρακτήρισε ο Μακάριος.

Νοιώθω την ανάγκη να δηλώσω πως οι ευθύνες δε βαραίνουν τους ήρωες, ζωντανούς και νεκρούς, που επιχείρησαν στην Κύπρο. Οι ευθύνες βαραίνουν ξεκάθαρα την ελληνική πολιτεία, η οποία διέταξε την αποστολή τους και τις επιχειρήσεις τους, χωρίς να τους καλύψει έναντι της Συνθήκης της Γενεύης, παρέχοντας το απαραίτητο νομικό πλαίσιο υποστήριξης, το οποίο θα έθετε αδιαμφισβήτητα προ των ευθυνών τους, τους Τούρκους στρατιωτικούς. Η κήρυξη πολέμου θα εξυπηρετούσε αυτήν την ανάγκη. Ωστόσο, όπως τελικά διαμορφώθηκαν οι συνθήκες, οι στρατιώτες μας εστάλησαν στην Κύπρο ως αμνοί προς σφαγή.
Κάπου εδώ αρχίζει να εξηγείται γιατί δεν υπάρχει κανένα σχετικό μετάλλιο ανδραγαθήματος για τις μάχες της Κύπρου, τη στιγμή που η ελληνική πολιτεία έχει αποδώσει αντίστοιχα μετάλλια σε άλλους πολεμιστές, όπως επί παραδείγματι στους συμμετέχοντες στις μάχες της Πίνδου το 1940. Κάπου εδώ αρχίζει να εξηγείται γιατί η ελληνική πολιτεία δεν χορηγούσε συντάξεις στους αναπήρους πολέμου της Κύπρου, στρουθοκαμηλίζοντας και αμφισβητώντας, επί του πρακτέου, τις μάχες της Κύπρου ως μηδέποτε πραγματοποιηθείσες. Κάπου εδώ εξηγείται γιατί οι μάχες της Κύπρου αποτελούσαν απαγορευμένη συζήτηση για την Ελλάδα της μεταπολίτευσης και της «δημοκρατίας». Κάπου εδώ εξηγείται γιατί η Ελλάδα ξέχασε τους αιχμαλώτους Συνέλληνες που βασανιζόντουσαν στυγνά στα τούρκικα μπουντρούμια. Κάπου εδώ εξηγείται γιατί η Ελλάδα ουδέποτε κατήγγειλε την Τουρκία για εγκλήματα πολέμου (σ.σ. αφού αμφισβητούσε άλλωστε τον ίδιο τον πόλεμο με ποιο τρόπο θα μπορούσε να το κάνει;) ή έστω για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Κάπου εδώ εξηγείται γιατί μαζί με τους νεκρούς η ελληνική πολιτεία έθαψε και τους ζωντανούς (σ.σ. αγνοούμενους).
Οι ήρωές μας στην Κύπρο διαθέτουν μία μοναδικότητα στο πάνθεον των ηρώων. Όχι μόνο προδόθηκαν από την ηγεσία τους, όπως και σε άλλες περιπτώσεις, όχι μόνο κλήθηκαν να επαναλάβουν άθλους προγόνων εναντίον έξωθεν κινδύνων με αυξημένο επίπεδο δυσκολίας, αφού θα έπρεπε να αντιμετωπίσουν και την προδοσία της ελληνικής πολιτείας, αλλά ήταν καταδικασμένοι να πολεμούν νομικά ακάλυπτοι. Ήταν οι πρώτοι εκ των Ελλήνων μαχητών της νεότερης ιστορίας, οι οποίοι δεν διέθεταν τα προνόμια των αιχμαλώτων πολέμου, όχι επειδή οι Τούρκοι έτσι κι αλλιώς θα τα αμφισβητούσαν, αλλά επειδή η ίδια η ελληνική πολιτεία τους τα είχε αφαιρέσει. Ήταν νέοι με ιδεώδη που υπηρετούσαν την πατρίδα και τη σημαία τους, ακριβώς όπως και οι ήρωες των Ιμίων. Με τη διαφορά ότι η ζωή τους κινδύνεψε είτε και χάθηκε, επειδή όσοι είχαν το γενικό πρόσταγμα αδιαφόρησαν, είτε ηθελημένα πρόδωσαν τα ιδεώδη αυτά.


πηγή:http://www.militaire.gr/

geopolitics