Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2017

Ασφάλεια εφοδιασμού ΕΕ. Ο ρόλος Ιράν-Τουρκίας-Ρωσίας-ΗΠΑ




11/2/17


Δρ. Κωνσταντίνος Φίλης


Oι επιλογές τροφοδοσίας της Γηραιάς Ηπείρου επαναπροσδιορίζονται, λόγω της απεμπλοκής του Ιράν από το καθεστώς κυρώσεων. Παράλληλα, αναδύονται περιπτώσεις σημαντικές αλλά χαμηλότερου συγκριτικά διαμετρήματος (Αζερμπαϊτζάν, ανατολική Μεσόγειος) και μεγαλύτερου ρίσκου (Ιράκ), ενώ καλλιεργούνται προσδοκίες γύρω από το LNG (υγροποιημένο) και το σχιστολιθικό. Αναφορικά με το υγροποιημένο, πολλά θα εξαρτηθούν από την εκμετάλλευση νέων πεδίων σε σχέση με τη ζήτηση καθώς και τη διάρκεια διατήρησης της τιμής σε ελκυστικά επίπεδα, για το δε σχιστολιθικό, δεν επιβεβαιώνονται προσώρας οι εκτιμήσεις για «κατακλυσμό» της ευρωπαϊκής αγοράς με τεράστιες ποσότητες σε ανταγωνιστικές τιμές. Η προεδρία Τραμπ αποτελεί άγνωστο X της εξίσωσης, αν και η επιχειρηματική του αντίληψη (χάριν της οποίας παρακάμφθηκαν οι περιβαλλοντικές ενστάσεις για τον πετρελαιαγωγό Keystone XL από τον Καναδά) δείχνει πως η βιομηχανία παραγωγής σχιστολιθικού αερίου και πετρελαίου στις ΗΠΑ θα ισχυροποιηθεί, επιτρέποντας σκέψεις για διοχέτευση μέρους των ποσοστήτων στην ευρωπαϊκή αγορά. Πλην όμως, θα πρέπει οι τιμές πετρελαίου να «σταθεροποιηθούν» στα 60-65 δολάρια ανά βαρέλι ώστε οι επενδύσεις στον εν λόγω κλάδο να παραμένουν αναταγωνιστικές/ελκυστικές για τις εταιρείες (ειδικότερα τις μεσαίες μεγέθους).


Το Ιράν αποτελεί μία ιδιάζουσα περίπτωση, στην οποία μπορούμε μεν να ποντάρουμε, χωρίς, όμως, εγγύηση επιτυχίας, παρά τις αξιοσημείωτες δυνατότητές του. Ήδη η Τεχεράνη δραστηριοποιείται στην πιο προσοδοφόρα και διψασμένη αγορά της Ασίας, αν και γεωπολιτικά, η ευθυγράμμιση με την Ευρώπη την ελκύει εξίσου, ως δυνάμει κατοχύρωση έναντι της Δύσης και άλλων περιφερειακών κινδύνων. Ωστόσο, ανακύπτουν ζητήματα προς διερεύνηση, αν όχι προβληματισμό, όπως:



α) η πρόθεση Τραμπ να περιθωριοποιήσει την Τεχεράνη (ακόμη και αν δεν αμφισβητήσει τη συμφωνία γύρω από τα πυρηνικά) δημιουργεί νέα δεδομένα. Το Ιράν λογικά, θέλοντας να διατηρήσει δεσμούς με τη Δύση, θα επιδιώξει να «δέσει» τη σχέση του με την ΕΕ μέσα από επιχειρηματικές συμφωνίες, με την ενέργεια να βρίσκεται σε πρώτο πλάνο. Παρότι προσανατολισμένο στην Ανατολή, ο πλουραλισμός αγορών διάθεσης του φυσικού του αερίου το ωφελεί πολλαπλά. Συνεπώς, οι Βρυξέλλες πρέπει να διχωρίσουν τη θέση τους από τη νέα αμερικανική ηγεσία και να αξιοποιήσουν την ευκαιρία ενδυνάμωσης της επιρροής τους επί ενός πολύ σημαντικού δρώντα για την ευρύτερη περιοχή. Αν, πάντως, η Ουάσιγκτον διατηρήσει τη θέση περί διαφοροποίησης των προμηθευτών της ευρωπαϊκής αγοράς, οι Ευρωπαίοι αποκτούν ισχυρό επιχείρημα για την ανάγκη να μην προκύψουν επιπλοκές στη συμπερίληψη του Ιράν σε αυτή.


β) η μετεξέλιξη της απρόβλεπτης και αναξιόπιστης Τουρκίας σε καταλυτικό για τον ενεργειακό εφοδιασμό της Ένωσης κόμβο μεταφοράς, καθότι μοιάζει περίπου υποχρεωτική η διέλευση μέσω της επικράτειάς της για τη διοχέτευση του ιρανικού αερίου στη Γηραιά Ήπειρο. Η εναλλακτική δημιουργίας σταθμών υγροποίησης και αποστολής μέσω θαλάσσης σε Ασία και Ευρώπη μοιάζει μεν ορθή (πολύ περισσότερο από τη στιγμή που τα μεγαλύτερα αποθέματα συγκεντρώνονται στον νότο), ωστόσο, είναι μία ακριβή επιλογή, ενώ ο διάπλους προς την Ευρώπη ίσως αντιμετωπίσει προκλήσεις που σχετίζονται με τη γεωπολιτική (π.χ. Υεμένη). Παρότι Τεχεράνη και Άγκυρα έχουν έρθει κοντά λόγω της αναδίπλωσης της τελευταίας στο ζήτημα της Συρίας, παραμένουν περιφερειακοί ανταγωνιστές, κάτι που συνυπολογίζεται από την πρώτη και στους ενεργειακούς σχεδιασμούς.


Ως προς τον κύριο προμηθευτή μας, τη Ρωσία, είναι αυτονόητο πως οφείλουμε να αποκαταστήσουμε ένα στοιχειώδες κλίμα εμπιστοσύνης. Η έντονη γεω-πολιτικοποίηση της ενέργειας παράγει αχρείαστες αβεβαιότητες για δύο εταίρους, των οποίων η εκατέρωθεν χρησιμότητα είναι δεδομένη. Αρκεί να παρακολουθήσουμε τις διεργασίες σε επιχειρηματικό επίπεδο για να διαπιστώσουμε πως για το προβλεπτό μέλλον η Μόσχα, παρά τις αναταράξεις, θα διατηρήσει τη δεσπόζουσα θέση της. Σε αυτό, λοιπόν, το πλαίσιο, θα προκύψουν αμοιβαίοι συμβιβασμοί, με το κλειδί των εξελίξεων να εντοπίζεται γύρω από την Ουκρανία. Άραγε, θα μειώσει μεν η Ρωσία περαιτέρω τις εξαγωγές μέσω Ουκρανίας, αλλά, έχοντας επενδύσει τεράστια κεφάλαια στο εν λόγω δίκτυο, δεν θα το αδρανοποιήσει; Η δε ΕΕ, χωρίς να αφήσει εκτεθειμένο το Κίεβο, θα αποδεχθεί τη διάθεση ρωσικών ποσοτήτων από νέες οδεύσεις, όπως –σε πρώτη φάση- η επέκταση του αγωγού Βορείου Ρεύματος (Nord Stream); Και τέλος, πως θα επηρεάσει τις εξελίξεις η νέα αμερικανική ηγεσία, η οποία αρχικά δείχνει αποστασιοποιημένη από τις Βρυξέλλες (και το ευρωπαϊκό οικοδόμημα εν γένει) αλλά πρόθυμη να αναζητήσει κοινούς παρανομαστές με τη Μόσχα (της οποίας ο ρόλος θα ισχυροποιηθεί, αν επιβεβαιωθεί ότι σε αυτή ο Τραμπ βλέπει το αντίβαρο έναντι της Κίνας).



Επιμέλεια: Στέλλα Κεμανετζή

*** Internet News ***