Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

To Βερολίνο νομίζει ότι μπορεί να γίνει Ουάσιγκτον,


Γράφει ο Πολυδεύκης

Ειδικός Συνεργάτης του Geopolitics & Daily News


Την προηγούμενη εβδομάδα, ο Γερμανός ΥΠΕΞ, S. GABRIEL, δήλωσε ότι οι αμερικανικές προκλήσεις στο ισχύον διεθνές περιβάλλον συνιστούν πολιτική και οικονομική δοκιμασία και θέτουν σε κίνδυνο τη σταθερότητα στη Γερμανία, αλλά παράλληλα θα βλάψουν μακροπρόθεσμα και τις ΗΠΑ. Η δήλωση αυτή αποτελεί ξεκάθαρα αποτέλεσμα των όσων διεμήνυσε ο αμερικανός Πρόεδρος προς την Α. MERKEL κατά τη συνάντησή τους και σε καμία περίπτωση απάντηση, αφού θυμίζει περισσότερο παιδί που κλαίει για την επερχόμενη τιμωρία και αποδοχή της μοίρας της Γερμανίας, μίας χώρας που απέναντι σε πιο αδύναμους «αντιπάλους» εκφράζεται σαφώς πιο επιθετικά.



O GABRIEL σε ομιλία του σε Διάσκεψη για το Διεθνές Δίκαιο ανέφερε ότι το κέντρο κράτησης στο Guantanamo της Κούβας και η ταξιδιωτική απαγόρευση σε Μουσουλμάνους συγκεκριμένων χωρών «συνιστούν πρόκληση για τις γερμανικές αξίες», δηλαδή τις αξίες οι οποίες επιβάλουν στη γερμανική συνείδηση να κλείνει τα σύνορά της απέναντι σε αυτούς που οι ίδιοι οι Γερμανοί χαρακτηρίζουν αναξιοπαθούντες «πρόσφυγες» (το ποσοστό μεταναστών που φιλοξενεί αποτελεί πρόκληση απέναντι σε μικρότερες και φτωχότερες ευρωπαϊκές χώρες) και να πληρώνει ένα απολυταρχικό κράτος, το οποίο καταδικάζει επίσης η ίδια η Γερμανία, για καταπάτηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων προκειμένου να τους κρατάει στην επικράτειά του.

Την ίδια στιγμή το Βερολίνο προωθεί εμπορικές συμφωνίες προκειμένου να θωρακίσει την οικονομία του και να ανταπεξέλθει στους οικονομικούς και διπλωματικούς κλυδωνισμούς που έρχονται εξαιρετικά σύντομα. Γερμανία και Μ. Βρετανία προετοιμάζουν «σιωπηρά» μία στρατιωτική συμμαχία, αλλά και ενδεχόμενη συμφωνία στον τομέα της κυκλοφορίας εμπορευμάτων. Η Γερμανίδα ΥΠΑΜ, U. VON DER LEYEN, έχει δηλώσει από τα μέσα Φεβρουαρίου, ότι επεξεργάζεται μαζί με τον Βρετανό ομόλογό της, Μ. FALLON, σχέδιο συνεργασίας των δύο χωρών στον στρατιωτικό τομέα.

Η Γερμανία επιθυμεί να διατηρήσει στενές σχέσεις με τη Μ. Βρετανία, καθώς γνωρίζει ότι έχει την ανάγκη αμοιβαίας στήριξης, ιδιαίτερα όσο οι σχέσεις με τις ΗΠΑ δείχνουν να διέρχονται από ατραπό. Δεν πρόκειται όμως μόνο για στρατιωτική συνεργασία, αλλά και συνεργασία στον τομέα των Μυστικών Υπηρεσιών, υπό το φάσμα του ηγετικού ρόλου που διαδραματίζει η βρετανική «ΜΙ6» σε όλες τις περιοχές κρίσης καθώς και στις εμπόλεμες ζώνες, προς υποστήριξη των βρετανικών στρατευμάτων.

Η συνεργασία των Υπηρεσιών Πληροφοριών των δύο χωρών θα ήταν εξαιρετικά περίεργο αν περιοριζόταν μόνο σε θέματα υποστήριξης ενόπλων δυνάμεων στο εξωτερικό, από τη στιγμή που η συμμετοχή της Γερμανίας σε τέτοια προγράμματα είναι εξαιρετικά μικρή, έως και ανύπαρκτη. Επομένως είναι πολύ πιθανότερο ότι το Βερολίνο χρησιμοποιεί την υπεράσπιση των ανθρωπίνων αξιών της δυτικής «υπερκοινωνίας», που τόσο πολύ αρέσκεται να επικαλείται, προκειμένου να καλύψει κάτι πολύ διαφορετικό και αποκρουστικό για το γερμανικό εκλογικό σώμα: τη συνεργασία της BND με την κατά πολύ ποιοτικότερη και αποτελεσματικότερη ΜΙ6, ιδιαίτερα στον τομέα των Αντιπληροφοριών, που η Γερμανία αντιμετωπίζει τόσο τη ρωσική πρόκληση, όσο και τις επιθέσεις από την αμερικανική NSA.

O Βρετανός ΥΠΑΜ, Μ. FALLON εμφανίστηκε από την πλευρά του πιο συγκρατημένος, αφού δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο η Ε.Ε. να θέσει «ερωτήματα που αφορούν στην ασφάλεια», για τη συνεργασία αυτή. Επί της ουσίας, ο βρετανός ΥΠΑΜ έδειξε πως η ανταλλαγή πληροφοριών δεν αφορά απλά την πληροφοριακή υποστήριξη στρατευμάτων στο εξωτερικό, όπως η γερμανίδα ομόλογός του επιθυμούσε να εννοηθεί.

Η Γερμανίδα ΥΠΑΜ σκόπευε μέσω της συνεργασίας με τη Μ. Βρετανία να προωθήσει και εξοπλισμούς στη Γερμανία. Η DER LEYEN δεν ήταν αντίθετη προς τις υπενθυμίσεις του αμερικανού Προέδρου για επενδύσεις 2% επί του ΑΕΠ της Γερμανίας στον τομέα των εξοπλισμών, εφόσον αυτό πραγματοποιηθεί με αποτελεσματικό τρόπο, ώστε να μην συνιστά σπατάλη χρημάτων. Η λογική απορία φυσικά που προκύπτει είναι ο λόγος που ενώ η Γερμανία συμφωνεί δεν το πράττει επί χρόνια, αντιθέτως περιμένει έναν αμερικανό Πρόεδρο να τις υπενθυμίσει τις νατοϊκές της υποχρεώσεις.

Κατά την άποψη, που η γερμανίδα ΥΠΑΜ έχει εκφράσει, για να μην υπάρξει μονομερής επιβάρυνση, το κόστος των εξοπλισμών μπορεί να απορροφηθεί μέσω της υλοποίησης διεθνών προγραμμάτων. Το προγράμματα αυτά ενδεχομένως να αποτελέσουν κατά κάποιο τρόπο εμπορική συμφωνία, η οποία θα βασίζεται στην αμοιβαιότητα. Για παράδειγμα, αν η Γερμανία προμηθεύεται από τη Μ. Βρετανία εξοπλιστικά και κατασκοπευτικά προγράμματα, όπως επιτάσσουν οι ανάγκες της, η Μ. Βρετανία ως αντάλλαγμα θα διευκολύνει Γερμανούς αυτοκινητοβιομήχανους και μηχανολόγους σε θέματα τελωνειακών δασμών, μετά την έξοδό της από την Ε.Ε.

Τέτοιου είδους «συνακόλουθες πράξεις» θεωρούνται δεδομένες στον τομέα των εξοπλιστικών συμφωνιών, καθώς με τον τρόπο αυτό οι Κυβερνήσεις δικαιολογούν πως οι επενδύσεις στα εξοπλιστικό βοηθούν γενικότερα την οικονομία. Η γερμανική Ένωση Βιομηχάνων («BDI») έχει ξεκαθαρίσει τη θέση της και έχει επισημάνει στους πολιτικούς της χώρας ότι η γερμανική βιομηχανία στηρίζεται στη σύναψη συμφωνιών με τη Μ. Βρετανία.

Η επιλογή του στρατιωτικού τομέα για τη συνεργασία και τη σύναψη συμφωνιών είναι μία διπλωματική ντρίπλα της Γερμανίας, που τρέχει να προλάβει άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, καθώς η Ε.Ε. δεν έχει καμία αρμοδιότητα σε θέματα άμυνας μιας χώρας. Επομένως, Γερμανία και Μ. Βρετανία έχουν κάθε δικαίωμα να συνάψουν συμφωνίες στον στρατιωτικό τομέα εκτός Ε.Ε. περιλαμβάνοντας και ψιλά γράμματα στις εν λόγω συμφωνίες που θα αποτελούν εμπορικά ισοδύναμα και αντισταθμιστικά γεγονός που προβλέπεται ξεκάθαρα στον κανονισμό της Ε.Ε.

Βέβαιο θεωρείται πως η πρωτοβουλία της Γερμανίδας ΥΠΑΜ έχει τη σύμφωνη γνώμη της Καγκελάριου, Α. MERKEL, γεγονός που αποτελεί «διπλή προσβολή» για την Ε.Ε., αφού από τη μία οι κατέχοντες προεδρικά αξιώματα στην Ε.Ε. ζήτησαν από τις χώρες - μέλη της να μη προβούν σε αυτόνομες συνομιλίες με το Λονδίνο και από την άλλη, η Ε.Ε. ανέλαβε πριν λίγους μήνες πρωτοβουλία για τη δημιουργία ευρωπαϊκού Στρατού. Η εν λόγω πρωτοβουλία είχε προκαλέσει την αντίδραση ΗΠΑ και Μ. Βρετανίας, ενώ αυτή τη στιγμή δείχνει πως επανέρχεται στο προσκήνιο, μέσω μίας τεχνοκρατικής γερμανικής αντίληψης των αμυντικών ζητημάτων, που απέχει κατά πολύ από την πραγματικότητα της γεωπολιτικής.

Οι παραπάνω προσπάθειες υποθάλπονται ουσιαστικά από τη Γερμανία, καθώς η Γερμανίδα ΥΠΑΜ έχει δηλώσει ευθαρσώς, πως ο «οδικός χάρτης» που επεξεργάζεται η Γερμανία με τη Μ. Βρετανία, είναι ανεξάρτητος από την Ε.Ε.

Επί της ουσίας, κατά τη Διάσκεψη Ασφάλειας του Μονάχου, είχε φανεί πως οι ΗΠΑ, παρά τις διπλωματικές φιλοφρονήσεις προς τη Γερμανία, είχαν ήδη στρώσει το χαλί για την επικείμενη αντιπαράθεση μαζί της. Όσο ο Αμερικανός Αντιπρόεδρος, Μ. PENCE, εκθείαζε στην ομιλία του τη στενή σχέση των ΗΠΑ με το ΝΑΤΟ, τόσο περισσότερο αγνοούσε συνειδητά την Ε.Ε., δηλαδή τη γερμανική συμμαχία, καθώς το ευρω-ατλαντικό αμυντικό σύμφωνο έχει εισέλθει σε μία περίοδο αμφισβήτησης του ηγέτη του.

Όσο οξύμωρο και αν ακούγεται αυτό (στο παρελθόν ακόμα και γελοίο) αποτελεί πλέον μία πραγματικότητα, απόδειξη ότι οι ΗΠΑ έχουν αφήσει περιθώρια γεωπολιτικών ορέξεων επί της πάλαι ποτέ αμερικανικής σφαίρας επιρροής. Οι συμφωνίες που η Γερμανία προωθεί αποτελούν μία γερμανοκρατούμενη συνεργασία μελλοντικής ανατροπής των ΗΠΑ από ηγέτιδα της Δύσης και του ΝΑΤΟ. Φυσικά αυτό το σχέδιο απέχει αρκετά από την υλοποίησή του, όσο οι ΗΠΑ διατηρούν το παρόν οικονομικό status. Ωστόσο οι πιέσεις εναντίον της συνεχώς αυξάνονται, από τη στιγμή που απαιτείται η συντήρηση και αναβάθμιση του παρόντος στόλου πλοίων, αρμάτων, αεροσκαφών και προηγμένων οπλικών συστημάτων, ενώ ταυτόχρονα οι λοιπές μεγάλες δυνάμεις του αναπτυσσόμενου κόσμου, όπως Ρωσία και Κίνα, που δε διαθέτουν τόσο υψηλό εργατικό κόστος, μπορούν να εξελίσσονται ποσοτικά και ποιοτικά.

Αυτό σημαίνει ότι η Γερμανία θα πρέπει να συνεργαστεί και με δυνάμεις εκτός Ευρώπης, κατά τον ίδιο τρόπο που μέλη μίας βασιλικής οικογένειας συνεργάζονταν με αντιπάλους τους για την ανατροπή του βασιλιά και το σφετερισμό του θρόνου. Σε αυτό το πλαίσιο αναμένεται η συνεργασία της Γερμανίας με μία εκ των δύο γεωπολιτικών αντιπάλων της Washington, ήτοι Κίνα και Ρωσία. Τηρουμένων των αναλογιών και των διπλωματικών σχέσεων και ζωτικού χώρου Ρωσίας και Γερμανίας η μοναδική εναλλακτική που απομένει είναι το Πεκίνο, ο στρατηγικός εμπορικός εταίρος του Βερολίνου με $ 180 δις εμπορικών συναλλαγών και την πρώτη θέση στη σχετική λίστα.



Στις 16-03-2017, μία ημέρα δηλαδή πριν την επίσκεψη της γερμανίδας καγκελαρίου στις ΗΠΑ η Α. MERKEL, και ο Πρόεδρος της Κίνας, ΧΙ JINPING, είχαν τηλεφωνική συνομιλία όπου συμφώνησαν να εργαστούν από κοινού για το ελεύθερο εμπόριο και τις ανοικτές αγορές, τα θέματα δηλαδή που καταπολεμά ο D. TRUMP, όπως ανέφερε ο Γερμανός κυβερνητικός εκπρόσωπος, ο οποίος επισήμανε: «Συνομίλησαν ειδικά για τις προϋποθέσεις επέκτασης της ηλεκτροκίνησης στην Κίνα, οι οποίες θα επιτρέψουν στη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία να συνεχίσει να λειτουργεί με επιτυχία στην κινεζική αγορά». Η Γερμανία, ο πιστός σκύλος των ΗΠΑ της ψυχροπολεμικής εποχής, δείχνει πως ετοιμάζεται να δαγκώσει το χέρι του ευεργέτη της.


==========================================


 Ιδιοκτησία πνευματικών δικαιωμάτων του Geopolitics & Daily News - © 2017.

 Το περιεχόμενο του site αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του Geopolitics & Daily News. Οποιαδήποτε πληροφορία (κείμενο, εικόνες, γραφικά) περιέχεται στο site μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για προσωπική, μη εμπορική χρήση. Είναι παράνομη η αντιγραφή, αναπαραγωγή, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, μέρους ή του συνόλου των περιεχομένων του site χωρίς προηγούμενη έγγραφη συγκατάθεση ή αναφορά της σελίδας