Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017

ΗΠΑ vs Κίνα.Πώς ο κόσμος έφτασε στον παγκόσμιο οικονομικό πόλεμο





Οι πρόσφατες εξελίξεις στη Νότια Σινική Θάλασσα διαθέτουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για ολόκληρη την Υφήλιο. Πρόκειται για ένα επεισόδιο που ξεγυμνώνει τις πραγματικές αιτίες της Οικονομικής Ύφεσης και ανοίγει ένα παράθυρο προς μία μαύρη και απευκταία εικόνα για το μέλλον μας. Για αυτό το λόγο η αντιπαράθεση Κίνας-ΗΠΑ θα αναλυθεί σε βάθος με μία σειρά αφιερωμάτων που εξηγούν εν πολλοίς μεγάλο μέρος των δρώμενων στην παγκόσμια οικονομική και διπλωματική σφαίρα. Σε αυτό το πρώτο αφιέρωμα αναλύεται το οικονομικό και γεωπολιτικό υπόβαθρο που μας οδήγησε στη σημερινή ημέρα.

Γράφει ο Πολυδεύκης
Ειδικός Συνεργάτης του Geopolitics & Daily News 


Η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (Bank for International Settlements (BIS)) είναι ένας οργανισμός καλυμμένος με μυστήριο, κυρίως λόγω της άγνοιας τεράστιας πλειοψηφίας του κόσμου ακόμα και για την ύπαρξή της. Αυτό ίσως οφείλεται και στο γεγονός πως το εν λόγω διεθνές νομισματικό όργανο είναι παλαιότερο των δύο έτερων σημαντικών παγκοσμίων νομισματικών οργανισμών, ήτοι Παγκόσμια Τράπεζα και ΔΝΤ.

Σύμφωνα με την BIS ο κύριος σκοπός της είναι η προώθηση της συνεργασίας των Κεντρικών Τραπεζών και η παροχή επιπλέον δυνατοτήτων για διεθνείς οικονομικές επιχειρήσεις. Λειτουργεί ως εγγυητής ή ως εξουσιοδοτούμενη σχετικά με διεθνείς οικονομικούς διακανονισμούς τους οποίους τις εμπιστεύονται κατόπιν συμφωνίας των ενδιαφερομένων μερών. Αυτό από μόνο του σημαίνει ότι η BIS εξασφαλίζει την από κοινού λειτουργία των κεντρικών τραπεζών και εποπτεύει κάθε διεθνή οικονομικό διακανονισμό.

Η πρώτη νεοταξική τράπεζα

Το Δ.Σ. τις Τράπεζας αποτελείται από:

- Έξι μόνιμα μέλη οι οποίοι είναι Διοικητές των κεντρικών τραπεζών Βελγίου (χώρα της SWIFT), Γαλλίας, Γερμανίας, Ιταλίας, Ην. Βασιλείου και ΗΠΑ.

- Έξι μόνιμα μέλη που δύναται ο κάθε ένας από τους κεντρικούς τραπεζίτες να διορίσει και οφείλει να εκπροσωπεί την χώρα προέλευσής του.

- Εννέα ακόμα μέλη τα οποία εκλέγονται για τη συμμετοχή τους στο Δ.Σ. και προέρχονται από τις Κεντρικές Τράπεζες των υπολοίπων μελών της BIS.

Η BIS επίσης διαθέτει έναν διοικητικό βραχίονα ο οποίος περιλαμβάνει ένα γενικό διευθυντή και τον αντικαταστάτη του, αμφότεροι υπόλογοι στο Δ.Σ. και υποστηρίζονται από μία Εκτελεστική, μία Οικονομική και μία Επιχειρησιακού Κινδύνου Επιτροπή.

Παρά το γεγονός ότι η Τράπεζα έχει αλλάξει και εξελιχθεί στο πέρασμα των χρόνων, ωστόσο παραμένει ένα κλαμπ τραπεζιτών, όπου κάποιες χώρες ευνοούνται περισσότερο από άλλες. Η ανωτέρω δομή δείχνει τον τρόπο με τον οποίο η Δύση, ως νικητής του Α΄ΠΠ επιχείρησε να παγκοσμιοποιήσει τη σφαίρα επιρροής της και να γίνει δυνάστης της οικονομίας και της παγκόσμιας γεωπολιτικής.

Οι άνθρωποι που ενεπλάκησαν στη γέννηση της εν λόγω τράπεζας ήταν διεθνείς τραπεζίτες, οι οποίοι παρά τις διαφορές του παρελθόντος συνεργάστηκαν για την ίδρυση μίας παγκόσμιας οικονομικής τάξης η οποία θα αντέγραφε το ομοσπονδιακό μοντέλο της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας. Ανάμεσα σε αυτούς μπορούμε να δούμε τους Owen D. Young, J. Pierpont Morgan, Thomas W. Lamont, S. Parker Gilbert, Gates W. McGarrah, και Jackson Reynolds, οι οποίοι σε συνδυασμό με την ομοσπονδιακή τράπεζα της Ν. Υόρκης επεδίωξαν να επεκτείνουν τις αρχές της συνεργασίας κεντρικών τραπεζών, εντός της διεθνούς διατραπεζικής σφαίρας.






Ο σπόρος της δυτικής αισχροκέρδειας: Τα GOLDEN BOYS

Κατά τη δεκαετία του ’20 ο Young ενεπλάκη στη διεθνή διπλωματία ως εκπρόσωπος τύπου επί εξωτερικών θεμάτων του κόμματος των Δημοκρατικών. Με εντολή του τότε ΥΠΕΞ, Charles Evan Hughes, ο Young και ο τραπεζίτης Charles Dawes, προτάθηκαν για την Επιτροπή Συμμαχικών Επανορθώσεων προκειμένου να διαπραγματευτούν με τη Γερμανία μετά τη λήξη του Α΄ΠΠ.

Οι όροι του «Dawes Plan» δείχνουν την αμερικανική λογική υποτέλειας. Η Γερμανία θα απέδιδε ένα μειωμένο ετήσιο ποσό αρχικά, το οποίο θα αυξανόταν με τον καιρό, αναλόγως της βελτίωσης της γερμανικής οικονομίας, ωστόσο το τελικό οφειλόμενο ποσό δεν είχε καθοριστεί! Η οικονομική πολιτική του Βερολίνου θα επιθεωρείτο από το εξωτερικό και θα τυπωνόταν νέο νόμισμα: το Reichsmark. Τοιούτο τρόπο η Γερμανία υποχρεωνόταν στην εξάρτηση της οικονομίας της υπό νέους όρους, αφού η Κεντρική της Τράπεζα περνούσε σε ξένο έλεγχο και το νέο νόμισμα σηματοδοτούσε την έναρξη μίας νέας εποχής για την κεντρική ευρωπαϊκή δύναμη.

Ο Young πρέσβευε πως η βελτίωση της παγκόσμιας οικονομικής δομής ήταν σημαντική για την επιβίωση του καπιταλισμού, ενώ θεωρούσε την παγκόσμια οικονομική συνεργασία ως το πρώτο βήμα για την επιδιωκόμενη πολιτική συνεργασία, ήτοι ένα κοινό νόμισμα που θα οδηγούσε σε μία κοινή κυβέρνηση. Επί της ουσίας πρόκειται για έναν εκ των πρώτων εκπροσώπων της ΝΤΠ, πριν ακόμα την εμφάνιση του Keynes, έναν ευαγγελιστή μίας ιδέας που ανήκε σε μία διαφορετική εποχή από αυτή την οποία έζησε.

Ο John Piermont Morgan, Jr. ήταν κληρονόμος της περιβόητης JP Morgan και ως εκ τούτου γνώστης της παγκόσμιας οικονομίας. Κατά τον Α΄ΠΠ ο Οίκος των Morgan συνεργάστηκε στενά με τους Άγγλους και τους Γάλλους και ενεπλάκη σε διάφορα ζητήματα, όπως την έκδοση δανείων προς τις αντίστοιχες κυβερνήσεις, διαχείριση ανταλλαγής συναλλάγματος και παροχής συμβουλών επί οικονομικών ζητημάτων. Παρόλα ταύτα οι πολιτικές του εν λόγω οίκου είχαν φέρει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις σε αποστράγγιση των αποθεματικών τους και των αποθεμάτων χρυσού από τις Κεντρικές τους Τράπεζες.

Αμφότεροι οι ανωτέρω πρωταγωνιστές διέθεταν συμφέροντα στην πολιτική και οικονομική ζωή και ως εκ τούτου επιδίωκαν μία παγκόσμια τράπεζα. Δεν επιθυμούσαν την εμπλοκή των ΗΠΑ στις ευρωπαϊκές αψιμαχίες και διαφορές, αντιθέτως εκτιμούσαν ότι η χώρα έπρεπε να μείνει απλός παρατηρητής, ο οποίος θα προστάτευε μόνο τα δικά του συμφέροντα. Αυτό εξασφάλιζε την αμερικανική οικονομία και ταυτόχρονα το δικό τους μέλλον, από τη στιγμή που δραστηριοποιούντο από τα γραφεία τους στην Αμερική.

Η ομοσπονδιακή Τράπεζα ενδιαφερόταν επίσης για τη δημιουργία της BIS καθώς αυτή θα προωθούσε τόσο την υπεροχή της Νέας Υόρκης, ως πρωτεύουσας του κόσμου, όσο και την αναστήλωση της Ευρώπης σε μία σταθερή και προσοδοφόρα αγορά για τις αμερικανικές εξαγωγές.

Ο σπόρος της δυτικής αισχροκέρδειας: λαϊκισμός και μικροπολιτική

Αυτή η ιδέα μίας παγκόσμιας τράπεζας δεν προέκυψε εκ του μηδενός. Η δημιουργία της BIS ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τις γερμανικές αποζημιώσεις υπό το πλαίσιο του συνολικού γερμανικού βάρους δανεισμού της δεκαετίας του ’20. Η μείωση στο διεθνή δανεισμό της Γερμανίας, το 1928, ελέω της ανησυχίας των αγορών για τα εσωτερικά πολιτικά προβλήματα της γερμανικής κυβέρνησης συνεργασίας, επέφεραν προβλήματα ισολογισμών στην επιτροπή επανορθώσεων, η οποία είχε αποφασίσει ότι οι συνολικές γερμανικές επανορθώσεις αντιστοιχούσαν σε $ 33δις, το διπλάσιο δηλαδή του γερμανικού ΑΕΠ του 1925. Η κατάσταση ήταν ανεκτή όσο οι ξένες επενδύσεις κατέφθαναν στη χώρα, αλλά η κατάσταση αυτή άλλαξε όπως προαναφέρθηκε το 1928.

Μεταξύ Φεβρουαρίου 1929 και Ιανουαρίου 1930 έλαβαν χώρα διαπραγματεύσεις για εκ νέου διακανονισμό των γερμανικών επανορθώσεων. Η ιδέα της ίδρυσης μίας παγκόσμιας τράπεζας είχε εκφραστεί ήδη από τον John Mayard Keynes, ωστόσο έλαβε σοβαρές διαστάσεις το 1929 από τον Young κατά τις συζητήσεις για τις γερμανικές επανορθώσεις. Ο Βέλγος Emile Franqui συμφώνησε και προώθησε την δυνατότητα ίδρυσης ενός οργανισμού διακανονισμού, ο οποίος θα διαχειριζόταν τις συμφωνίες επανόρθωσης. Την επόμενη ημέρα ο Διοικητής της γερμανικής Κεντρικής Τράπεζας, Hjalmar Schacht και επικεφαλής της γερμανικής αντιπροσωπείας πρότεινε την ίδρυση ενός τέτοιου οργανισμού ως άμεσου χρηματοδότη της παγκόσμιας ανάπτυξης και εμπορίου. Φυσικά υπενθυμίζεται ότι λόγω των επιπτώσεων της λήξης του Α’ ΠΠ εις βάρος της Γερμανίας ο Schacht λειτουργούσε ως φερέφωνο των αμερικανικών θέσεων.

Η Τράπεζα θα λειτουργούσε ως δανειστής της γερμανικής κεντρικής τράπεζας, στην περίπτωση που το μάρκο αδυνάτιζε στην ισοτιμία του και το κράτος αδυνατούσε να καλύψει τις επανορθώσεις. Επί της ουσίας, θα λειτουργούσε ως εγγυητής της Γερμανίας σε περίπτωση χρεοκοπίας, εφόσον το κράτος δε μπορούσε να ικανοποιήσει πληρωμές σε βάθος διετίας, ενώ θα προχωρούσε και σε αναπροσαρμογές των πληρωμών των πιστωτών, με τη σύμφωνη γνώμη τους καθώς και σε συνεχή ενημέρωσή τους για την οικονομική κατάσταση της χώρας, κατόπιν ενδελεχούς και διαρκούς ελέγχου της γερμανικής οικονομίας.

Το αμερικανικό ΥΠΕΞ δεν ήταν τόσο δεκτικό σε αυτή την ιδέα ταύτισης των πολεμικών δανείων και των γερμανικών επανορθώσεων, καθώς τα δάνεια που είχαν λάβει οι συμμετέχουσες δυνάμεις του Α΄ΠΠ, από τις ΗΠΑ, θα συνδυάζονταν με την ικανότητα της Γερμανίας να αποπληρώσει τις υποχρεώσεις επανόρθωσης. Ως εκ τούτου, η αδυναμία της γερμανικής οικονομίας να ανταποκριθεί στις πολεμικές αποζημιώσεις θα σήμαινε αδυναμία αποπληρωμής των δανείων προς τις ΗΠΑ και αυτό θα οδηγούσε σε παγκόσμια διαγραφή χρεών και εξάπλωση ενός οικονομικού χάους. Αυτό το χάος τελικά ήρθε και οδήγησε στον Β΄ΠΠ με τις ενέργειες των παγκόσμιων τραπεζιτών, όπως ο Morgan, που εκμεταλλεύτηκαν την πολιτική λαφυραγωγία, την αισχροκέρδεια και τον λαϊκισμό.

Την ίδια στιγμή διάφορες άλλες χώρες διέθεταν τις δικές τους σκοπιμότητες στην ίδρυση της BIS. Ο Γάλλος Πρωθυπουργός, Raymond Poincare, είχε υποσχεθεί ότι οι γερμανικές αποζημιώσεις θα επαρκούσαν για την αποπληρωμή των δανείων που η χώρα είχε λάβει από ΗΠΑ και Αγγλία, αλλά και για την αποκατάσταση των πολεμικών ζημιών. Η Γαλλία ενδιαφερόταν για την επίτευξη συμφωνίας επί των γερμανικών δανείων, καθώς ανέπτυσσαν εμπορική αλληλεξάρτηση με τη γειτονική τους χώρα και γι’ αυτό χρειαζόταν η επίτευξη σταθερότητας της γερμανικής οικονομίας.

Το Ην. Βασίλειο επιθυμούσε να χρησιμοποιήσει την BIS ως μέσο εξασφάλισης της συνέχισης αποπληρωμής των δανείων, που είχε χορηγήσει μεταπολεμικά η Αγγλία προς το Βερολίνο. Η Κεντρική Τράπεζα της χώρας υποστήριξε τη δημιουργία της BIS, λόγω του μελλοντικού ρόλου που αυτή έδειχνε πως μπορούσε να διαδραματίσει στην σταθεροποίηση της στερλίνας, στο διεθνές νομισματικό σύστημα. Τα χαμηλά αποθεματικά χρυσού, που διέθετε εκείνη την εποχή η Μ. Βρετανία δυσχέραιναν την άμυνα της στερλίνας, χωρίς την διεθνή νομισματική συνεργασία, ενώ ταυτόχρονα οι μικρότερες χώρες δεν εμπιστεύονταν την διατήρηση του αγγλικού νομίσματος στα συναλλαγματικά τους αποθεματικά.

Αμερικανική διπλωματία: Ο γκάνγκστερ της γεωπολιτικής

Στη συνάντηση του Baden της Γερμανίας τον Οκτώβριο του 1929 για τα προσχέδια της ίδρυσης της BIS, η αμερικανική αντιπροσωπεία ήταν ιδιαίτερα μεγάλη και περιελάμβανε τον Διοικητή της Πρώτης Εθνικής Τράπεζας του Σικάγο, Melvin Traylor, τον Διοικητή της Πρώτης Εθνικής Τράπεζας της Ν. Υόρκης, Federick Reynolds και Διευθυντής του Δ.Σ. της Ομοσπονδιακής αμερικανικής Τράπεζας, Gates W. McGarrah.

Η αγγλική αντιπροσωπεία αντέδρασε έντονα στα σχέδια αμερικανικής κυριαρχίας για την BIS, θεωρώντας πως η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη ουδέποτε θα αποδεχτεί κάτι τέτοιο, ωστόσο οι ΗΠΑ διατήρησαν τη σκληρή στάση τους, θέτοντας την αμερικανική κυριαρχία, ως προαπαιτούμενο, για την συμμετοχή των ΗΠΑ στην τράπεζα, παρόλα ταύτα αποδέχτηκαν τον Pierre Quesnay της Εθνικής Τράπεζας της Γαλλίας ως Γενικό Διευθυντή της BIS. Έτσι η εν λόγω τράπεζα ιδρύθηκε στις 17 Μαΐου 1930.

Ο ρόλος της BIS άλλαξε άρδην με την απαρχή της Μεγάλης Ύφεσης, αφού αδυνατούσε να διατελέσει το ρόλο του δανειστή, ως τελευταίο καταφύγιο της παγκόσμιας οικονομίας για τη χρηματοδότηση Αυστρίας και Γερμανίας το 1931. Το ζήτημα των επανορθώσεων, ελέω της Μεγάλης Ύφεσης ξεχάστηκε λόγω και της αδυναμίας της προβληματικής γερμανικής οικονομίας να ικανοποιήσει τις υποχρεώσεις της.

Το πρόβλημα διογκώθηκε, λόγω της αθρόας εκτύπωσης νομισμάτων από Ην. Βασίλειο και ΗΠΑ και η BIS υποχρεώθηκε επανειλημμένως να τερματίσει την αποσταθεροποίηση των νομισματικών ισοτιμιών, ως προς την αξία του χρυσού. Παρόλα ταύτα σε αυτό το ράλι υποτιμήσεων οι ΗΠΑ ήταν σε ισχυρότερη θέση από τις ευρωπαϊκές οικονομικές δυνάμεις, ελέω των συνεπειών του Α΄ΠΠ, κάτι που αφήνει υπόνοιες και για το λόγο που η Washington εγκατέλειψε τις αρχικές ενστάσεις της για την BIS. Η τράπεζα είχε ως μοναδική επιλογή την ανάληψη των διατραπεζικών συναλλαγών και της οργάνωσης φόρουμ για τους κεντρικούς τραπεζίτες, προκειμένου να διατηρηθεί το όποιο επίπεδο συνεργασίας.

Η ολοκλήρωση του πειράματος BIS και η ανακήρυξη παντοκρατορίας των ΗΠΑ

Μετά τον Β΄ΠΠ η παγκόσμια οικονομική τάξη είχε αλλάξει και ένα νέο σύστημα απαιτείτο να αναπτυχθεί. Το 1944 αυτό επετεύχθη με τη συνάντηση στο Bretton Woods, για το Νομισματικό και Οικονομικό Συνέδριο του ΟΗΕ. Εκεί συμφωνήθηκε η ίδρυση του ΔΝΤ και μία παγκόσμια τράπεζα ανακατασκευής και ανάπτυξης (BRD), η οποία έγινε μέρος της Παγκόσμιας Τράπεζας. Το ΔΝΤ θα επέβλεπε τις ισοτιμίες και θα δάνειζε τα κράτη που είχαν βυθιστεί σε δάνεια, μέσω των αποθεματικών νομισμάτων που συμμετείχαν σε αυτό. Αναπτύχθηκε ένα νέο σύστημα παγκόσμιων ισοτιμιών, όπου όλα τα νομίσματα σχετίστηκαν με το δολάριο ρυθμίζοντας μία σταθερή ισοτιμία αυτού με το χρυσό στα $ 35 ανά ουγγιά.

Αυτές οι ενέργειες εξασφάλιζαν πως δεν θα χρειαζόταν πλέον πόλεμος μεταξύ νομισμάτων ή χειραγώγηση αυτών. Αυτό αποτελούσε απειλή για την ύπαρξη της BIS, καθώς, αν το ΔΝΤ γινόταν το επίκεντρο αυτής της νέας παγκόσμιας οικονομικής τάξης, το BIS δεν είχε περιθώρια δράσης. Παρά τις προτάσεις για τη διάλυση του BIS τα ευρωπαϊκά κράτη διεμήνυσαν πως κάτι τέτοιο εναντιωνόταν στα ευρωπαϊκά συμφέροντα.

Το τέλος της «Επιχείρησης: Bretton Woods» και η έναρξη της «Επιχείρησης: Επιτροπή της Βασιλείας»

Η κατάσταση σταθεροποιήθηκε μέσω της συμφωνίας Bretton Woods και της ελεύθερης μετατροπής νομισμάτων η οποία βοήθησε στην ανάπτυξη του παγκόσμιου εμπορίου. Τα πρώτα σύννεφα ήρθαν μετά το 1970, λόγω της αδυναμίας της στερλίνας, αλλά και της ισοτιμίας του χρυσού επί του δολαρίου, η οποία δοκιμαζόταν λόγω της περιορισμένης προμήθειας χρυσού και της αδυναμίας εξυπηρέτησης των υποχρεώσεων της αμερικανικής οικονομίας.

Η συμφωνία Bretton Woods κατέρρευσε και στη θέση της ήρθε το σύστημα ρυθμιζόμενης ροής το οποίο επέτρεψε την χαλάρωση των νομισματικών διατιμήσεων εντός προκαθορισμένων παραμέτρων. Αργότερα στη δεκαετία του ’70 η κατάσταση έγινε ακόμα πιο ζοφερή με τη δημιουργία του ΟΠΕΚ και την αύξηση των τιμών του μαύρου χρυσού, καθώς και από τη χρεοκοπία της Herstatt Bank.

Η εν λόγω Τράπεζα ήταν κομβικής σημασίας στην επεξεργασία εντολών ανταλλαγής ξένων νομισμάτων και όταν οι γερμανικές αρχές ήραν την άδεια λειτουργίας στις 26 Ιουνίου 1974 το παγκόσμιο σοκ ήταν μεγάλο. Μέσω της διαφοράς ώρας μεταξύ Γερμανίας και ΗΠΑ οι συνεργάτες της Herstatt στη Ν. Υόρκη πρόλαβαν να ενημερωθούν για τις εξελίξεις. Έτσι το πρωί της 27ης Ιουνίου οι πελάτες που περίμεναν να ανταλλάξουν μάρκα με δολάρια βρέθηκαν στη δυσάρεστη θέση να μην μπορούν να εξυπηρετηθούν, αφού ο λογαριασμός της γερμανικής τράπεζας είχε παγώσει.

Αυτή η εξέλιξη δημιούργησε μία αλυσίδα πιστωτικών γεγονότων, και αποτελεί την πρώτη περίπτωση «Lehman Brothers» του μοντέρνου δυτικού τραπεζικού συστήματος. Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθεί, σε συνεργασία των G-10 και της Ελβετίας, η Επιτροπή της Βασιλείας για την τραπεζική εποπτεία με στόχο τον σχεδιασμό και εφαρμογή παγκοσμίων δεδομένων για τον τραπεζικό κανονισμό και την οργάνωση φόρουμ επί θεμάτων τραπεζικής εποπτείας.

Η αμερικανική εποχή KISSINGER στην παγκόσμια οικονομία

Αυτή η σταθερότητα δεν διήρκησε πολύ λόγω των σοβαρών οικονομικών προβλημάτων που προκλήθηκαν, σε μεγάλο βαθμό, από την αμερικανική παρεμβατικότητα, τόσο το ’80 στη Λατινική Αμερική όσο και το ’90 στην Ασία.

Οι πετρελαϊκές τιμές τετραπλασιάστηκαν το Νοέμβριο του ’73 οδηγώντας σε στασιμοπληθωρισμό, αύξηση της αστάθειας πληρωμών και καίρια πλήγματα και κλυδωνισμούς στην παγκόσμια διατραπεζική. Οι ευρωπαϊκές αγορές αναπτύχθηκαν από την εισροή αραβικών κεφαλαίων που προέρχονταν από τις υπεραξίες που λάμβαναν οι χώρες του ΟΠΕΚ κι έτσι οι ευρωπαϊκές τράπεζες βρέθηκαν με πληθώρα κεφαλαίων, τα οποία αναζητούσαν να δανείσουν.

Τοιούτο τρόπο η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα ξεκίνησε να δανείζει χρήματα προκειμένου να αναπτύξει αγορές που την ενδιέφεραν με γρήγορους ρυθμούς, γεγονός βραχυπρόθεσμα επωφελές, ωστόσο το τραπεζικό σύστημα βρέθηκε ξαφνικά αντιμέτωπο με υψηλούς κινδύνους επενδύσεων επί αμφιβόλου εγκυρότητας χώρες, καθώς οι χώρες στόχοι περιδίνονταν σε όλο και μεγαλύτερα χρέη. Αυτό ανησύχησε τον τότε οικονομικό σύμβουλο της BIS Alexandre Lamfalussy ο οποίος προειδοποίησε πως η συσσώρευση χρεών σε μεγάλο αριθμό χωρών οδηγούσε σε μία άμεση παγκόσμια κρίση.

Η επαναφορά του πειράματος BIS

Κατά τη δεκαετία του 1970 τα ποσοστά πληθωρισμού ήταν μεγαλύτερα από τα ποσοστά τόκου καταθέσεων και ως εκ τούτου υπήρχε μεγάλη ρευστότητα στην αγορά. Ωστόσο, η διαφορά στην οικονομική πολιτική των ΗΠΑ που επήλθε το 1979 με την σκλήρυνση της νομισματικής πολιτικής της ομοσπονδιακής Τράπεζας οδήγησε σε αύξηση των δανεισμών με αποτέλεσμα αρκετές λατινοαμερικάνικες χώρες να μη μπορούν να εξυπηρετήσουν τις υποχρεώσεις τους.

Η BIS ανησυχούσε για το χρέος το οποίο είχε ωριμάσει σε λιγότερο από ένα χρόνο, εντός του 1982, ιδίως για τις οικονομίες του Μεξικό και της Αργεντινής. Έξι μήνες μετά το Μεξικό ειδοποιούσε τις ΗΠΑ ότι τα αποθεματικά του είχαν στερέψει με αποτέλεσμα η BIS να αναζητήσει οικονομική βοήθεια για τη χώρα, υπό μορφή δανείων, τη στιγμή που η μεξικανική κυβέρνηση διαπραγματευόταν με το ΔΝΤ.

Συγκεκριμένα η BIS προσέφερε δάνειο $925,000,000 το οποίο προερχόταν από τις Κεντρικές Τράπεζες των G-10 και της Ισπανίας, ενώ και η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ προσέφερε ισόποσο δάνειο, έτσι ώστε η χώρα να ορθοποδήσει για ένα διάστημα τριών μηνών. Το Μεξικό αποδέχτηκε το δάνειο με ενέχυρο το χρυσό της κεντρικής τράπεζας της χώρας και τα δικαιώματα επί των μελλοντικών εσόδων από την κρατική πετρελαϊκή εταιρεία Pemex.

Παρόλα ταύτα τα δάνεια ήταν αλληλένδετα με την νομοθέτηση μέτρων λιτότητας, γεγονός που λειτούργησε ως οπισθέλκουσα στο ΑΕΠ της χώρας και στα κοινωνικά προγράμματα της κυβέρνησης. Τα μέτρα έπληξαν πρωτίστως την εργατική και μεσαία τάξη υποβιβάζοντας τους μισθούς του 1986 στο ίδιο ποσό που λάμβαναν οι εργαζόμενοι το 1967.

Ο πρόγονος της επιθετικής πολιτικής OBAMA-TRUMP στην Ασία


Η Ιαπωνία γνώρισε την οικονομική καταστροφή από τη συμφωνία του Plaza το 1985 και την υποτίμηση του δολαρίου, έναντι του μάρκου και του γιεν. Έτσι δημιουργήθηκε μία οικονομία με τεράστια κεφάλαια και με μία τεράστια φούσκα real estate, η οποία έσκασε το 1990. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η πάλαι ποτέ κραταιά ιαπωνική οικονομία να υποφέρει από χρόνια προβλήματα πληθωρισμού, τα οποία ακόμα επιχειρεί να επιλύσει.

Τη χρονιά που έσκασε η φούσκα της ιαπωνικής οικονομίας, η Ταϋλάνδη αύξανε το ΑΕΠ της κατά 5% ετησίως και η Ινδονησία κατά 8%. Η μείωση στη ζήτηση για τα προϊόντα των κύριων εξαγωγικών αγορών της περιοχής, η ύφεση στην παγκόσμια αγορά ηλεκτρονικών και ο ανταγωνισμός με την Κίνα μείωσε τους υπόψη δείκτες με αποτέλεσμα να αυξηθούν οι δείκτες ελλειμμάτων, ιδιαίτερα για την Ταϋλάνδη που έβλεπε το έλλειμμα της να αυξάνεται με ρυθμό 8% επί του ΑΕΠ. Η χώρα, προκειμένου να αντιμετωπίσει καταστάσεις δυσλειτουργίας της οικονομίας της, δέσμευσε την ισοτιμία του νομίσματός της, baht, επί του αμερικανικού δολαρίου. Η άνοδος της ισοτιμίας του δολαρίου επί της παγκόσμια αγοράς νομισμάτων, αύξανε και την ισοτιμία του baht με αποτέλεσμα οι εξαγωγές της χώρας να γίνονται ακόμα πιο δύσκολες.

Η Ταϋλάνδη, η Ινδονησία, οι Φιλιππίνες, η Ταϊβάν και η Μαλαισία αναγκάστηκαν να υποτιμήσουν το νόμισμά τους από 25% έως 33% στα μέσα του 1997 με αποτέλεσμα ακόμα και το Hong Kong να γνωρίσει νομισματικά προβλήματα, αφού άπαντες εκτίμησαν ότι η «Μέκκα» της ασιατικής οικονομίας θα ακολουθούσε την ίδια πολιτική. Το χρηματιστήριο του Hong Kong αντιμετώπισε κραχ τον Οκτώβριο του 1997, την ίδια στιγμή που το πρόβλημα μεταφερόταν και στο νόμισμα της Ν. Κορέας. Τοιούτο τρόπο το πρόβλημα μετατράπηκε σε παγκόσμιο επηρεάζοντας τη Ρωσία και την Τζακάρτα.

Η Ταϋλάνδη, η Ινδονησία και η Ν. Κορέα αιτήθηκαν βοήθεια από το ΔΝΤ, την οποία και έλαβαν με αντάλλαγμα αυστηρά μέτρα λιτότητας. Η κοινωνική αναταραχή σε αυτές τις χώρες ήταν το φυσικό επακόλουθο της παγκόσμιας οικονομικής πίεσης που δέχτηκαν οι οικονομίες τους.

Αυτό που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι οι δηλώσεις των πρωταγωνιστών της εποχής. Ο Dr. Mahathir Bin Mohamad, πρώην Πρωθυπουργός της Μαλαισίας δήλωσε στις 26 Σεπτεμβρίου του 2008 ότι τα κερδοσκοπικά κεφάλαια των ΗΠΑ κατέστρεψαν τις φτωχές χώρες κερδοσκοπώντας επί των εθνικών νομισμάτων τους.

Η Κεντρική Τράπεζα της Αυστραλίας εξέδωσε δύο Εκθέσεις το 1999 για τον ενδεχόμενο καταστροφικό ρόλο ιδρυμάτων υψηλής μόχλευσης, όπως τα κερδοσκοπικά κεφάλαια. Οι εν λόγω Εκθέσεις ανέφεραν πως τα κερδοσκοπικά κεφάλαια συνέβαλαν στην αστάθεια του αυστραλιανού δολαρίου το 1998 και περιέγραφαν το μηχανισμό που ακολουθούσαν και με τον οποίο όχι μόνο τα νομίσματα των αναδυόμενων οικονομιών, αλλά ακόμα και το αυστραλιανό νόμισμα μπορούσε να διαταραχθεί παρά το γεγονός πως διέθετε την όγδοη τη τάξει θέση στον όγκο διακίνησης νομισμάτων παγκοσμίως.

Παρόλα ταύτα το 1999, με τη λήξη της κρίσης ο Οικονομικός Σύμβουλος και Επικεφαλής του Νομισματικού και Οικονομικού Τμήματος της BIS, William R. White, δήλωνε σε συνέδριο του βασιλικού ινστιτούτου διεθνών σχέσεων στο Λονδίνο ότι οι ισχυρισμοί αρκετών ασιατικών αρχών, συμπεριλαμβανομένης της Αυστραλίας ήταν αναπόδεικτοι και ακόμα και αν οι Εκθέσεις τους γίνονταν αποδεκτές αυτό δε θα σήμαινε ότι τα κερδοσκοπικά κεφάλαια θα έπρεπε να απαγορευτούν.

Η διαμόρφωση του σημερινού πεδίου μάχης της Παγκόσμιας Οικονομίας


Η ιστορία απέδειξε το λάθος του κυρίου White. Άλλωστε όταν τα κερδοσκοπικά κέντρα έπληξαν και την αγορά των στεγαστικών δανείων των ΗΠΑ, ο πρώην, πλέον, Οικονομικός Σύμβουλος της BIS άλλαξε αντιδιαμετρικά τις απόψεις του επί των κερδοσκοπικών κεφαλαίων και των επισφαλών αξιολογήσεων και ασφαλειών που είχαν διογκώσει τη φούσκα του αμερικανικού real estate, ωστόσο ήταν ήδη πολύ αργά.

Η αλλαγή των απόψεων του White και οι προειδοποιήσεις του δεν εισακούσθηκαν, λόγω σκοπιμοτήτων της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, η οποία επιθυμούσε τεχνητά να στηρίξει τις αγορές των κόκκινων δανείων και των ευτελών αξιών. Η Federal Bank διατηρούσε ανεξήγητα υψηλά τις αξίες περιουσιών, οι οποίες διαπραγματεύονταν σημαντικά υψηλότερα από την αντικειμενική τους αξία. Αποτέλεσμα να παρασχεθεί το ποσό των $ 16 τρις σε εγχώριες και ξένες τράπεζες, υπό μορφή μυστικών δανεισμών, μέσω της αγοράς ενυπόθηκων τίτλων που ουσιαστικά ήταν εντελώς άχρηστοι. Σε αυτό το σημείο εισέρχεται και το σκάνδαλο των golden boys της Ομοσπονδιακής τράπεζας και της BIS και των διασυνδέσεών τους με εταιρείες οι οποίες θα λάμβαναν χρήματα διάσωσης των ιδρυμάτων τους.

Η BIS έχει ηχήσει τον συναγερμό (Ιούνιος 2010) για τις κεντρικές τράπεζες και κυβερνήσεις που επιθυμούν να διατηρήσουν χαμηλά επιτόκια επί μακρόν ή που θα αργήσουν να τερματίσουν ελλείμματα στον προϋπολογισμό τους, καθώς αυτό θα έσπερνε τον καρπό της επόμενης κρίσης. Το 2015 η BIS έκρουε το συναγερμό για την κρίση του δημοσίου χρέους, για την οποία συμβούλευε πως μόνο μέσω μέτρων λιτότητας θα μπορέσουν οι κυβερνήσεις να αποφύγουν τη δίνη των επιτοκίων. Ευρώπη και ΗΠΑ δείχνουν πως έχουν λάβει το μήνυμα, ωστόσο το ερώτημα παραμένει: Πόση ύφεση μπορεί να αντέξει η Υφήλιος και η Παγκόσμια Κοινωνία πριν αυτή οδηγήσει σε φαινόμενα όπως αυτά της χαμένης γενιάς του 1986 στο Μεξικό;

Το ίδιο επιχειρήθηκε να γίνει και στην Κίνα τον Ιούνιο του 2014, όταν τα χρηματιστήρια Σαγκάης και Shenzhen γνώρισαν πρωτοφανείς κερδοσκοπικές επιθέσεις. Η Κίνα είχε επιχειρήσει μέσω του νεοφιλελευθερισμού να χρηματοδοτήσει τα κρατικά διατραπεζικά ιδρύματα, ωστόσο το αποτέλεσμα ήταν η διαφυγή $ 2 τρις από τα κινεζικά χρηματιστήρια εντός τεσσάρων εβδομάδων και η χρηματιστηριακή κρίση για 90 εκατομμύρια κινέζους πολίτες που είχαν επενδύσει τις οικονομίες τους ελπίζοντας πως θα πλουτίσουν. Το Πεκίνο έμαθε ένα πολύτιμο μάθημα για τον τρόπο με τον οποίο η αντιγραφή μεθόδων της Wall Street μπορεί να καταστρέψει μία οικονομία και η κινεζική κυβέρνηση έλαβε μέτρα αναβάλλοντας την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων εκτός Κίνας για το 2020.

Η οικονομική κρίση του 2008 που ξεκίνησε από τις ΗΠΑ μέσω της Lehman Brothers αποτελούσε μόνο την κορυφή ενός παγόβουνου που χτυπούσε τον Τιτανικό της παγκόσμιας οικονομίας. Οι οικονομίες συνειδητοποίησαν το πρόβλημα μόνο όταν κατάρρευσαν τα χρηματιστήρια και εμφανίστηκε η έλλειψη ρευστού. Η ηγετική θέση της Κίνας, όμως, βρήκε την ευκαιρία, εν μέσω της παγκόσμιας κρίσης, να λάμψει.

Το 2009 ο Διοικητής της Εθνικής Τράπεζας της Κίνας, Xiaochuan Zhou, καλούσε τον κόσμο να ιδρύσει ένα παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, απαλλαγμένο από τα εθνικά νομίσματα, με δυνατότητα να παραμείνει σταθερό για μεγάλο χρονικό διάστημα, ώστε να αφαιρεθούν οι εγγενείς ανεπάρκειες από τη χρήση πιστώσεων που σχετίζονται με κάποιο γνωστό νόμισμα. (Bank of International Settlements, Working Paper, No 444, March 2014) Το εν λόγω νόμισμα ήταν τα Ειδικά Δικαιώματα Ανάληψης (SDR) του ΔΝΤ.

Οι αξιωματούχοι των τραπεζικών ιδρυμάτων της Κίνας αναγνώριζαν ότι τα τεράστια συναλλαγματικά αποθέματα της χώρας αντιμετώπιζαν τον κίνδυνο να μην βρουν ποτέ αντίκρισμα, από τη στιγμή που αυτά είχαν συσσωρεύσει μεγάλο μέρος των αμερικανικών χρεών. Το αίνιγμα του «πλεονεκτήματος υπεραξίας», που αποτελούσε το δόγμα της αμερικανικής οικονομικής πολιτικής, ξεγυμνώθηκε ενώπιον ολόκληρου του κόσμου και η Κίνα θα έπρεπε να δράσει ταχέως. Η είσοδος της Κίνας στο τεχνητό νόμισμα του ΔΝΤ ήταν μία ανάλογη στρατηγική κίνηση με αυτή που έναν αιώνα πριν πραγματοποιούσαν οι ΗΠΑ μέσω της BIS και της ένωσης όλων των σημαντικών οικονομιών εντός ενός παγκόσμιου νομισματικού οργανισμού.



==========================================

 Ιδιοκτησία πνευματικών δικαιωμάτων του Geopolitics & Daily News - © 2017.

 Το περιεχόμενο του site αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του Geopolitics & Daily News. Οποιαδήποτε πληροφορία (κείμενο, εικόνες, γραφικά) περιέχεται στο site μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για προσωπική, μη εμπορική χρήση. Είναι παράνομη η αντιγραφή, αναπαραγωγή, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, μέρους ή του συνόλου των περιεχομένων του site χωρίς προηγούμενη έγγραφη συγκατάθεση ή αναφορά της σελίδας