Τετάρτη, 10 Μαΐου 2017

Ενδιαφέρεται η Ευρώπη για τα Δυτικά Βαλκάνια;



Dimitar Bechev, non resident ανώτερος σύμβουλος στο Atlantic Council
Η ΕΕ όντως νοιάζεται για τα Δυτικά Βαλκάνια. Αυτό έχει να κάνει με την γεωγραφία της περιοχής, την πρόσφατη ιστορία, και το προηγμένο επίπεδο ενοποίησης με την Ένωση. Η πρώην Γιουγκοσλαβία είναι ένα από τα λίγα μέρη όπου λειτουργούν η εξωτερική πολιτική και η πολιτική ασφάλειας της ΕΕ, αν και τα αποτελέσματα συχνά δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες.

Το ερώτημα ως εκ τούτου δεν είναι εάν αλλά πόσο νοιάζεται η ΕΕ. Όσο τα Δυτικά Βαλκάνια φαίνονται σταθερά, οι Ευρωπαίοι πολιτικοί ασχολούνταν με ζητήματα πιο κοντά στο εσωτερικό τους. Το πρόβλημα είναι ότι η σταθερότητα φαίνεται διαφορετικά από το σημείο υπεροχής της περιοχής. Η απουσία πολέμου παρέχει ένα άλλοθι για τους ηγέτες των Βαλκανίων (σταθεροκράτες, αν θέλετε), για να εκμεταλλευτούν κρατικούς πόρους και θεσμικά όργανα και να σιωπήσουν τους επικριτές.

Αυτό είναι το βασικό πρόβλημα στην ΠΓΔΜ. Η ΕΕ μπορεί και θα πρέπει να κάνει περισσότερα για να εξασφαλίσει ότι θα υπάρχει μια κυβέρνηση στα Σκόπια και ότι ο Gjorge Ivanov, ο πρόεδρος, τηρεί το σύνταγμα. Ωστόσο είναι αμφίβολο εάν οι Βρυξέλλες έχουν την ασημένια σφαίρα για να ξεριζώσουν τη διαφθορά. Για αυτό θα πρέπει οι πολίτες της ΠΓΔΜ, ασχέτως του εθνικού τους υπόβαθρου, να διατηρούν την πίεση και να κρατούν υπόλογο όποιο κόμμα είναι στην κυβέρνηση. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να υποχρεωθεί η ΕΕ να ενδιαφερθεί με μια πιο αυθεντική έννοια και να διασφαλίσει ότι η σταθερότητα έχει αποτέλεσμα.

Andrew Byrne, Ανταποκριτής στη Νοτιοανατολική Ευρώπη των Financial Times

Και πάλι, η ΠΓΔΜ είναι στο επίκεντρο: όχι για τη βιομηχανία ψευδών ειδήσεων αλλά εξαιτίας μιας επίθεσης κατά μελών του κοινοβουλίου στις 27 Απριλίου, που αναδεικνύει μια ευρύτερη πολιτική "ασθένεια” που πλήττει τα Δυτικά Βαλκάνια. ΟΙ βουλευτές στην περιοχή έρχονται αντιμέτωποι με μποϋκοτάζ, δακρυγόνα, και τώρα με βίαιους κακοποιούς. Η μακρινή υπόσχεση της ένταξης στην ΕΕ δεν έχει ακόμη αλλάξει την πολιτική ζωή αυτής της περιοχής.

Στην ουσία, η κρίση στην ΠΓΔΜ είναι προϊόν μιας εσωτερικής δημοκρατικής αποτυχίας: η άρνηση των κυβερνώντων να παραδώσουν την εξουσία ειρηνικά. Οι γειτονικοί ηγέτες θα το θεωρήσουν τώρα αυτό ως μια δοκιμασία του τι συμβαίνει όταν οι αυταρχικοί ηγέτες συνεχίζουν με αμείωτο ρυθμό να αψηφούν τους δημοκρατικούς κανόνες και την ΕΕ. Αυτό από μόνο του σημαίνει ότι οι Βρυξέλλες πρέπει να διατηρήσουν την πίεση.

Αλλά ευρύτερα, τα πιο λαμπρά μυαλά της ΕΕ πρέπει να επανεξετάσουν τη βαλκανική συμφωνία με την Ένωση. Υπάρχει αυξημένος σκεπτικισμός για την ικανότητα της ΕΕ να προάγει δημοκρατικά πρότυπα σε υποψήφιες χώρες και την προθυμία της να δεχθεί νέα μέλη.

Η ΕΕ πρέπει να προσφέρει μια πιο απτή -και βαθμιαία- πορεία προς την ένταξη. Μια προκαταρκτική μορφή συμμετοχής μέσω εταιρικής σχέσης θα αντιπροσώπευε μια πιο αξιόπιστη και ως εκ τούτου, δελεαστική προοπτική για τις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων. Θα ήταν επίσης ένας πιο αποτελεσματικός τρόπος για να διατηρηθούν τα κριτήρια, για τις πιο ανώριμες δημοκρατίες.

Η συζήτηση για μια ΕΕ πολλών ταχυτήτων προσφέρει ένα άνοιγμα για αυτή την ιδέα, και μια ευκαιρία να αποδείξει ότι η δέσμευση της ΕΕ στα δυτικά βαλκάνια είναι ειλικρινής.

Dominik P. Jankowski, επικεφαλής του ΟΑΣΕ και της Μονάδας Ανατολικής Ασφάλειας στο πολωνικό υπουργείο Εξωτερικών
Ναι, αλλά η ΕΕ πρέπει να καταλάβει ότι το να συνεχίσει στον αυτόματο πιλότο, δεν θα είναι αρκετό. Η σταθερότητα, η μεταμόρφωση και ο εκσυγχρονισμός των Δυτικών Βαλκανίων είναι σε κίνδυνο εξαιτίας τριών τουλάχιστον σημαντικών τάσεων.

Πρώτον, η ΕΕ δεν έχει ακόμη ανακάμψει πλήρως από τα εσωτερικά της προβλήματα -την οικονομική κρίση, το Brexit, τις προκλήσεις ενοποίησης της ΕΕ, τη μεταναστευτική κρίση- τα οποία έχουν αρνητικές επιδράσεις στις επιλογές εξωτερικής πολιτικής της.

Δεύτερον, τα ακόμη εύθραυστα Δυτικά Βαλκάνια δεν είναι ανεπηρέαστα από τις ανελεύθερες τάσεις που υπάρχουν στην ευρωπαϊκή και αμερικανική πολιτική.

Τρίτον, η πολιτική μεγάλων δυνάμεων έχει επιστρέψει, που σημαίνει ότι η Ρωσία, η Τουρκία, η Κίνα και τα κράτη του Κόλπου συναγωνίζονται με την Ευρώπη για επιρροή στην περιοχή. Θα μπορούσε ακόμη να πει κανείς ότι τα Δυτικά Βαλκάνια έχουν γίνει χώρος εκπαίδευσης για τον ρωσικό υβριδικό πόλεμο, όπως στο Μαυροβούνιο, στη Σερβία, και στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη.

Η διοικητική προσέγγιση της ΕΕ προς την περιοχή δεν είναι αρκετή. Η ΕΕ θα πρέπει να δώσει προτεραιότητα στην οικοδόμηση ανθεκτικότητας, ιδιαίτερα στον τομέα της ασφάλειας. Αυτό θα πρέπει να γίνει σε στενή συνεργασία με το ΝΑΤΟ. Επιπλέον, η ΕΕ θα πρέπει να επανεξετάσει τη λειτουργική της ενασχόληση, καθώς οι αποστολές και οι επιχειρήσεις δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως έσχατη λύση. Τέλος, η ΕΕ θα πρέπει να δεσμευτεί πιο ενεργά στην αντιμετώπιση του ρωσικού υβριδικού πολέμου, συμπεριλαμβανομένης επιθετικής προπαγάνδας, στην περιοχή.

Denis MacShane, πρώην υπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου για τα Βαλκάνια

Οι Βρυξέλλες έχουν να αντιμετωπίσουν την αντιδημοκρατική συμπεριφορά δύο κυβερνήσεων κρατών-μελών της, της Ουγγαρίας και της Πολωνίας. Αλλά που βρίσκεται η ΕΕ σε δύο πιο σκοτεινές επιθέσεις κατά της δημοκρατίας, στην αυλή της των Δυτικών Βαλκανίων;

Στην ΠΓΔΜ, οι κοινοβουλευτικές εκλογές το Δεκέμβριο του 2016, είχαν ως αποτέλεσμα την πλειοψηφία για μια κυβέρνηση συνασπισμού Σοσιαλδημοκρατών-Αλβανων -οι Αλβανοί αποτελούν το 25% του πληθυσμού των Σκοπίων. Αλλά η κυβέρνηση, που ηττήθηκε, αρνήθηκε να αποδεχθεί το αποτέλεσμα των εκλογών, οδηγώντας σε βίαιες σκηνές στη Βουλή των Σκοπίων στις 27 Απριλίου.

Στην Αλβανία, το αντιπολιτευόμενο Δημοκρατικό Κόμμ έχει πάει την αντί-δημοκρατία ένα επίπεδο υψηλότερα ανακοινώνοντας μποϋκοτάζ των εκλογών που έχουν προγραμματιστεί για τον Ιούνιο του 2017, σε περίπτωση που κερδηθούν από το κυβερνών σοσιαλιστικό κόμμα.

Η επικεφαλής εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ, Federica Mogherini, έχει προσπαθήσει να φέρει μαζί τους Σέρβους και Κοσοβάρους, αλλά ο νέος Σέρβος πρόεδρος, Aleksandar Vucic συνεχίζει να κάνει ρεβανσιστικές δηλώσεις για το Κοσσυφοπέδιο και για τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Το Βελιγράδι είναι τώρα σχεδόν αποικία του προέδρου Vladimir Putin καθώς η Ρωσία μπαίνει στο κενό που δημιουργήθηκε από την απουσία μιας συνεκτικής πολιτικής της ΕΕ για τα Δυτικά Βαλκάνια. Είναι άδικο να κατηγορούμε μόνο την ευρωπαϊκή υπηρεσία εξωτερικής δράσης. Οι Ευρωπαίοι υπουργοί Εξωτερικών έχουν χάσει το ενδιαφέρον τους και εμπλέκονται μόνο εάν υπάρξει βία.

Η εσωτερική πολιτική είναι διαβρωτική και συγκρουσιακή. ΑΛλά εάν η ΕΕ δεν μπορεί να επιλύσει ένα πρόβλημα στην αυλή της, πώς μπορεί να ισχυρίζεται ότι είναι ένας σοβαρός γεωπολιτικός παίκτης;

Sena Maric, ανώτερος ερευνητής στο European Policy Centre στο Βελιγράδι

Η ΕΕ ενδιαφέρεται για τα Δυτικά Βαλκάνια, αλλά με λάθος τρόπο. Η ΕΕ έχει την σταθερότητα της περιοχής ως δεδομένο. Η προσέγγιση μαστίγιο και καρότο της ένωσης προς ις χώρες της περιοχής αναφορικά με τη συμμετοχή στην ΕΕ, ίσως ήταν αποτελεσματική στην πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, αλλά όχι πια. Η εξασθενημένη διάθεση της ΕΕ για διεύρυνση και πολλαπλές εσωτερικές κρίσεις, την έχουν αναγκάσει να δώσει προτεραιότητα στις ανησυχίες ασφάλειας έναντι του εξευρωπαϊσμού της περιοχής. Αυτό έχει οδηγήσει σε προοδευτική υποχώρηση της δημοκρατίας στην περιοχή.

Με άλλα λόγια, η ΕΕ κάνει τα στραβά μάτια στις αυξημένες αντιδημοκρατικές τάσεις των πολιτικών ελίτ στα Δυτικά Βαλκάνια για χάρη της διατήρησης της σταθερότητας. Οι πρόσφατες εξελίξεις στην ΠΓΔΜ, όπου οι διαδηλωτές επιτέθηκαν στη Βουλή στις 27 Απριλίου, έχουν αποδείξει ότι αυτή η προσέγγιση ήταν εσφαλμένη. Ένα παρόμοιο σενάριο μπορεί να αναμένεται στη Σερβία.

Ως εκ τούτου, αντί να εξαρτάται σε συγκεκριμένες πολιτικές ελίτ, η ΕΕ θα πρέπει να προωθήσει μεγαλύτερους οικονομικούς δεσμούς και ευκαιρίες, ενώ παράλληλα να επιβάλλει τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις, να δημιουργήσει ισχυρές προϋποθέσεις για την σταθερότητα και ευημερία στην περιοχή. Σε διαφορετική περίπτωση, η ΕΕ θα συνεχίσει να χάνει στήριξη όχι μόνο των πολιτικών προστατευόμενων της στα Δυτικά Βαλκάνια, αλλά πιο σημαντικά, των πολιτών της περιοχής.

Nate Schenkkan, διευθυντής project του Nations in Transit στο Freedom House
Η ΕΕ δεν μπορεί παρά να ενδιαφερθεί για τα Δυτικά Βαλκάνια. Το πραγματικό ερώτημα είναι έαν η ΕΕ ενδιαφέρεται για την δημοκρατική μεταμόρφωση της περιοχής.

Η απουσία οικονομικής ενοποίησης και της ενοποίησης στο χώρο της ασφάλειας των Δυτικών Βαλκανίων, ο ρόλος τους ως πηγή αλλά και διαδρομή διέλευσης των μεταναστών στην ΕΕ, και ο μικρός αλλά σοβαρός δυνητικά κίνδυνος εθνοτικών συγκρούσεων, καθιστούν την περιοχή στρατηγικά αναπόφευκτη για την ΕΕ. Ωστόσο, εξαιτίας της ενασχόλησης της ΕΕ σε προηγούμενες περιπτώσεις τα τελευταία 10 χρόνια, και επειδή βλέπει την περιοχή πρωτίστως από την πλευρά των απειλών αντί των ευκαιριών, η ΕΕ έχει προτιμήσει τη σταθερότητα από την μεταμόρφωση.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ξεχαστεί η υπόσχεση της ΕΕ για διεύρυνση από τη μία πλευρά, και την εδραίωση ισχυρών ηγετών από την άλλη. Οι πρόσφατες ευρωπαϊκές προσπάθειες για την οικοδόμηση μιας θετικής ατζέντας για την ένταξη στην περιοχή, εστιάζουν στις υποδομές και στο εμπόριο χωρίς ισοδύναμη μόχλευση που ισχύει στις δημοκρατίες και στο κράτος δικαίου. Η ατζέντα οικονομικής ολοκλήρωσης υποτίθεται ότι υποκινεί την ατζέντα του κράτους δικαίου. Αλλά αυτή η εκδοχή της θεωρίας εκσυγχρονισμού δεν έχει αποτελέσματα αλλού στη διεύρυνση της ΕΕ, και είναι απίθανο να έχει στα Δυτικά Βαλκάνια.

Ruslan Stefanov, διευθυντής του Οικονομικού Προγράμματος στο Centre for the Study of Democracy
Υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι η ΕΕ ενδιαφέρεται για τα Δυτικά Βαλκάνια. Αλλά το πλαίσιο και οι αντιλήψεις έχουν μεταβληθεί σημαντικά.

Από το 2008, η προσοχή της ΕΕ έχει επικεντρωθεί περισσότερο στο να αποφευχθεί η καταστροφή παρά στο να χαραχθεί μία στρατηγική για την κάλυψη των αναγκών της περιοχής. Η σημασία που αποδίδει η ΕΕ στην περιοχή έχει μειωθεί επίσης, καθώς η Ένωση κατακλύζεται από πιο επείγοντα προβλήματα, του Grexit και του Brexit, της Ρωσίας, το μεταναστευτικό, της Τουρκία και κοκ. Η ικανότητα της ΕΕ να φέρνει εις πέρας τις υποσχέσεις της έχει διογκωθεί, αντανακλώντας μια αυξανόμενη απροθυμία των τοπικών ελίτ στα Δυτικά Βαλκάνια για να εκπληρώσουν τις υποσχέσεις τους για την ένταξη στην ΕΕ.

Ωστόσο, η ΕΕ έχει διατηρήσει και αυξήσει την οικονομική της βοήθεια και έχει ενισχύσει τις διαδικασίες διεύρυνσης. Και αυτό έχει βοηθήσει να παράγει αποτελέσματα, ακόμη και σε τομείς όπως η διαφθορά. Σύμφωνα με τον παρατηρητή SELDI.net της περιοχής για την διαφθορά, το 2016 το επίπεδο της διαφθοράς στην περιοχή, αν και παρέμενε ακόμη απαράδεκτα υψηλό, ήταν κατά μέσο όρο 15% χαμηλότερα από ό,τι το 2001.

Αλλά η επιθυμητή πολιτική παρουσία της ΕΕ στην περιοχή φαίνεται να αποδυναμώνει τις δεσμεύσεις της. Οι ευρωπαϊκές πολιτικές οικογένειες, τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, και οι τοπικές αντιπροσωπείες της ΕΕ μπορούν και πρέπει να κάνουν πολλά περισσότερα για να δώσουν το ενιαίο μήνυμα ότι η ΕΕ όντως ενδιαφέρεται.

Ivan Vejvoda, διευθυντής του Ευρωπαϊκού Project στο Ινστιτούτο Ανθρωπιστικών Επιστημών
Η ΕΕ ενδιαφέρεται για τα δικά της συμφέροντα, μεταξύ άλλων. Αλλά πρέπει να κάνει πολλά περισσότερα για να βάλει τα πράγματα σε μια σειρά καθώς αντιμετωπίζει όλες τις άλλες εσωτερικές και εξωτερικές προκλήσεις. Η συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις 9-10 Μαρτίου για άλλη μία φορά επαναδιατύπωσε τη δέσμευσή του στα Δυτικά Βαλκάνια.

Αυτή η απαραίτητη σχέση αφορά τόσο την αξιοπιστία του ευρωπαϊκού project (εάν η ΕΕ μπορεί να ενσωματώσει το τελευταίο τμήμα του γεωγραφικού πυρήνα της Ευρώπης) και την ικανότητα της περιοχής να ανταποκριθεί στις δηλωμένες δεσμεύσεις της για δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις και περιφερειακή συνεργασία και σταθερότητα.

Οι γεωπολιτικές προκλήσεις που θέτουν οι Ρωσία και Τουρκία έχουν φέρει ξανά τα Δυτικά Βαλκάνια στο προσκήνιο της ΕΕ. Επίσης, προβληματικές εσωτερικές περιφερειακές δυναμικές σε ένα δύσκολο οικονομικό περιβάλλον, θέτουν σωστά το ζήτημα των πιθανών αυταρχικών τάσεων.

Η σοβαρή κρίση στην ΠΓΔΜ έχει αποδείξει ότι η ΕΕ χρειάζεται τις ΗΠΑ για να βρεθεί μία λύση. Ως εκ τούτου, η βορειοατλαντική προσέγγιση στα Δυτικά Βαλκάνια καθώς και η συνεργασία ΕΕ-ΝΑΤΟ, παραμένουν κρίσιμες.

Η ΕΕ πρέπει να βρει τρόπους να φέρει τις χώρες της περιοχής στο τραπέζι της ΕΕ για συγκεκριμένα ζητήματα, ενώ οι διαδικασίες μεταρρύθμισης και ένταξης συνεχίζονται και πρέπει τώρα να περιμένουν να έχει νόημα η ένταξη.

Bodo Weber, πολιτικός αναλυτής και ανώτερος συνεργάτης στο Democratization Policy Council
Οι αξιωματούχοι της ΕΕ ο ένας μετά τον άλλο τις τελευταίες εβδομάδες, προχωρούσαν σε ανησυχητικές δηλώσεις για την επιδείνωση της πολιτικής κατάστασης στα Δυτικά Βαλκάνια. Αυτό αντιπροσωπεύει μια μεταστροφή της ρητορικής, αφού πέρασε μία δεκαετία όπου αψηφούσαν τις προειδοποιήσεις ότι η αδυναμία πολιτικής της ΕΕ στην περιοχή, συνιστά πιθανή απειλή ασφάλειας στην Ευρώπη. Υπάρχουν αμφιβολίες για το εάν αυτή η μεταστροφή στη ρητορική σηματοδοτεί μία στροφή προς πιο σοβαρή δέσμευση.

Η ΕΕ έχει μετακινηθεί με το να λειτουργεί στον γραφειοκρατικό αυτόματο πιλότο, να δρα σε σειρά πολιτικών πρωτοβουλιών στα Δυτικά Βαλκάνια τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο εκείνοι που επηρεάζονται από τη γερμανική κυβέρνηση (στο Κοσσυφοπέδιο, και στη Σερβία και στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη- στερούνται μιας συνεκτικής στρατηγικής και περιέρχονται σε κρίση, ενώ η δέσμευση της ΕΕ στην ΠΓΔΜ ήταν πολύ αδύναμη για να πετύχει, από την αρχή.

Υπάρχουν λίγα μαθήματα που μπορεί να διδαχθεί η ΕΕ εάν υπαναχωρήσει από τη δέσμευσή της στα Δυτικά Βαλκάνια. Πρώτον, δεν ανταλλάσσει τη δημοκρατία για ψευδή σταθερότητα και ψεύτικη ενότητα της ΕΕ. Δεύτερον, δεν υπάρχει επιλογή μεταξύ της εσωτερικής μετανάστευσης και της διεύρυνσης -δεν αποτελεί λύση μια ένωση δύο ταχυτήτων. Και τρίτον, η εξέλιξη της εργαλειοθήκης για την ένταξη σε ένα (δυνητικά) μέσο προώθησης της εξωτερικής δημοκρατίας, μπορεί να είναι χρήσιμη για το πρόβλημα εσωτερικής δημοκρατίας για παράδειγμα στην Ουγγαρία.

Capital.gr 

==========================================

 Ιδιοκτησία πνευματικών δικαιωμάτων του Geopolitics & Daily News - © 2017.

 Το περιεχόμενο του site αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του Geopolitics & Daily News. Οποιαδήποτε πληροφορία (κείμενο, εικόνες, γραφικά) περιέχεται στο site μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για προσωπική, μη εμπορική χρήση. Είναι παράνομη η αντιγραφή, αναπαραγωγή, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, μέρους ή του συνόλου των περιεχομένων του site χωρίς προηγούμενη έγγραφη συγκατάθεση ή αναφορά της σελίδας