21/5/17

Η Γερμανία, το ΝΑΤΟ και οι αμυντικές δαπάνες



του John R. Deni
Carnegie Europe

Η συνεδρίαση των επικεφαλής κρατών και κυβερνήσεων του ΝΑΤΟ που είναι προγραμματισμένη για τις 25 Μαΐου, αναμένεται να επικεντρωθεί σε σειρά βασικών θεμάτων, μεταξύ των οποίων και οι αμυντικές δαπάνες. Σχετικά με αυτό το θέμα, η κυβέρνηση του Αμερικανού προέδρου Donald Trump ελπίζει να επισπεύσει την επίτευξη των στόχων των αμυντικών δαπανών στους οποίους έχει ήδη συμφωνήσει η συμμαχία. Από την πλευρά τους, τα ευρωπαϊκά μέλη του ΝΑΤΟ είναι πιθανό να παρερμηνεύσουν τέτοια αιτήματα και να αποφύγουν να δεσμευτούν σε οτιδήποτε περισσότερο από αυτό που έχουν ήδη.

Αν και δεν είναι η χειρότερη ευρωπαϊκή χώρα όταν πρόκειται για την κατανομή των βαρών, η Γερμανία βρέθηκε προσφάτως στο επίκεντρο της προσοχής στο διατλαντικό διάλογο για τις αμυντικές δαπάνες, κυρίως εξαιτίας της μεγάλης, ευημερούσας οικονομίας και της θέσης της ως πρώτη μεταξύ ίσων στην Ευρώπη. Δυστυχώς, το Βερολίνο φαίνεται να κρύβεται πίσω απο σειρά ειδικών επιχειρημάτων για να αποφύγει να κάνει περισσότερα από αυτά που έχει ήδη ανακοινώσει.

Στις πρόσφατες συζητήσεις εντός της συμμαχίας για τις αμυντικές δαπάνες, η Γερμανία έχει συχνά επικαλεστεί τρία επιχειρήματα για να αντιμετωπίσει την Ουάσιγκτον. Πρώτον, το Βερολίνο έχει υποστηρίξει ότι η ξένη βοήθεια θα πρέπει να μετράει στις δαπάνες για την ασφάλεια. Αυτή είναι μια άποψη ευρέως διαδεδομένη σε όλη την Ευρώπη -ότι η διπλωματία και η ανάπτυξη είναι εξίσου σημαντικές όσο και ο στρατός στην παροχή εφικτής, βιώσιμης ασφάλειας. Αυτή η ολοκληρωμένη προσέγγιση (comprehensive approach), όπως είναι γνωστή στην Ευρώπη, είναι παρόμοια με την προσέγγιση που επιδιώκεται εδώ και πολλά χρόνια από τις Ηνωμένες Πολιτείες (whole-of).

Η Γερμανία έχει δίκιο ότι η διπλωματία και η ανάπτυξη αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για την δυτική ασφάλεια. Για παράδειγμα, φαίνεται ότι υπάρχει ένας θετικός συσχετισμός μεταξύ ορισμένων τύπων εξωτερικής βοήθειας και μείωσης των τρομοκρατικών επιθέσεων. Την ίδια στιγμή, άλλα στοιχεία υποδηλώνουν ότι η σύνδεση μεταξύ ξένης βοήθειας και θετικών αποτελεσμάτων στην ασφάλεια ή στην ανάπτυξη, είναι μεικτή, στην καλύτερη περίπτωση. Πιο σημαντικό ωστόσο, η Γερμανία -μαζί με τα άλλα μέλη της συμμαχίας- έκανε μια πολιτική δέσμευση να δαπανά το 2% του ΑΕΠ της στην άμυνα, όχι στην ξένη βοήθεια. Η απομάκρυνση από την ξένη βοήθεια φέρνει την προσοχή στις αμυντικές δαπάνες και θα απαιτούσε μια πλήρης επανεξέταση των στόχων των δαπανών για την ασφάλεια.

Το δεύτερο επιχείρημα που συχνά χρησιμοποιεί η Γερμανία είναι πως ο στόχος του 2% αγνοεί τις αποδόσεις των αμυντικών δαπανών. Είναι αλήθεια πως ο στόχος του 2% δεν υπολογίζει τι παίρνουν οι σύμμαχοι για ό,τι ξοδεύουν στην άμυνά τους. Το Βερολίνο ισχυρίζεται για παράδειγμα, ότι οι γερμανικές συνεισφορές στις τρέχουσες επιχειρήσεις, θα πρέπει να μετρήσουν.

Οι Ευρωπαίοι ηγέτες, ιδιαίτερα αυτοί που είναι πρόθυμοι και ικανοί να αναπτύξουν δυνάμεις στο εξωτερικό σε μακρινή απόσταση και για μεγάλη διάρκεια, έχουν δίκαιο να πιέζουν να συμπεριληφθούν και οι αποδόσεις. Μέχρι σύμμαχοι να συμφωνήσουν σε μια δίκαιη, ακριβής, πιο ολοκληρωμένη καταμέτρηση των αποδόσεων ωστόσο, το ΝΑΤΟ θα μπορούσε απλώς να δημοσιεύει την πρόοδο προς τους στόχους χρηστικότητας, τους οποίους ήδη καταγράφει. Στη σύνοδο κορυφής στην Ουαλία το 2014, οι σύμμαχοι δεσμεύθηκαν για άλλη μία φορά να πετύχουν τους στόχους χρηστικότητας: το 50% της συνολικής χερσαίας δύναμης κάθε μέλους θα πρέπει να μπορεί να αναπτύσσεται και το 10% αυτής της δύναμης θα πρέπει είτε να είτε δεσμευμένο είτε να προορίζεται για διαρκείς επιχειρήσεις. Ωστόσο, οι σύμμαχοι δεν κατόρθωσαν να δημοσιεύσουν πρόοδο σε σχέση με τους στόχους. Η δημοσιοποίηση αυτών των στοιχείων θα ήταν ένας απλός, προσωρινός τρόπος αξιολόγησης των αποδόσεων.

Τρίτον, αν και δεν δηλώνεται συχνά δημοσίως. πολλοί στη Γερμανία φοβούνται ότι η αύξηση των αμυντικών δαπανών στο 2% του ΑΕΠ -που αντιστοιχεί σε έναν προϋπολογισμό 67 δισ. δολαρίων, πολύ μεγαλύτερο του τωρινού των 41 δισ. δολαρίων- θα προκαλούσε ανησυχίες στους γείτονες της Γερμανίας, σχετικά με την υπερστρατικοποίηση και την κυριαρχία της χώρας. Η Γερμανία χρόνια τώρα προτιμά να είναι στην τρίτη θέση μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών μελών του ΝΑΤΟ, πίσω από το Ηνωμένο Βασίλειο (56 δισ. δολάρια) και τη Γαλλία (44 δισ. δολάρια): ένας ηγέτης, αλλά όχι ο ηγέτης. Ένας αμυντικός προϋπολογισμός των 67 δισ. δολαρίων θα καθιστούσε τη Γερμανία τη χώρα με τις υψηλότερες αμυντικές δαπάνες στο ευρωπαϊκό ΝΑΤΟ.

Το να σκεφτούμε ότι ένας σημαντικά μεγαλύτερος γερμανικός αμυντικός προϋπολογισμός από μόνος του θα δημιουργούσε τρόμο στους γείτονες της Γερμανίας, είναι πιθανώς ανακριβές. Η Γερμανία, παραμένει σταθερά προσηλωμένη στο σύνταγμά της και στους δυτικούς πολυμερείς θεσμούς όπως το ΝΑΤΟ και η ΕΕ, οι οποίοι συλλογικά αποτρέπουν πιθανό στρατιωτικό τυχοδιωκτισμό.

Επιπλέον, οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι της Γερμανίας -ιδιαίτερα εκείνοι στην Ανατολή- φαίνεται να ανυπομονούν για την ηγετική θέση του Βερολίνου στην άμυνα και στην ασφάλεια. Η Γερμανία έγινε ευπρόσδεκτη ως ένα κράτος-πλαίσιο στην ενισχυμένη πρωτοβουλία του ΝΑΤΟ, στέλνοντας τις δυνάμεις της στη Λιθουανία εκ περιτροπής. Και αν και μιλούσε για κάτι περισσότερο από τον στρατό απλώς, ο πρώην υπουργός Εξωτερικών της Πολωνίας, Radoslaw Sikorski δήλωσε το 2011: "Φοβάμαι την γερμανική δύναμη λιγότερο από ό,τι αρχίζω να φοβάμαι την γερμανική αδράνεια”. Στο ίδιο πνεύμα, οι ηγέτες των χωρών της Βαλτικής αναγνωρίζουν πως σε οποιαδήποτε ένοπλη κρίση που θα ξεκινήσει η Ρωσία, η Γερμανία θα διαδραματίσει έναν σημαντικό ρόλο ως ο πρώτος που θα αντιδράσει.

Φαίνεται ολο και περισσότερο προφανές ότι κάποιοι Γερμανοί αξιωματούχοι εξαρτώνται απο μια παραπλανητική δέσμη επιχειρημάτων, συμπεριλαμβανομένων των υποτιθέμενων ανησυχιών άλλων χωρών της Ευρώπης, ως μια βολική δικαιολογία να αποφύγουν να ξοδεύουν περισσότερα στην άμυνα. Καθώς οι ομοσπονδιακές εκλογές πλησιάζουν τον Σεπτέμβριο, σημαντικό ρόλο έχουν και οι προεκλογικές εκστρατείες: η Γερμανίδα Καγκελάριος Merkel προτίθεται να αποφύγει να κάνει μεγαλύτερο θέμα από ό,τι είναι στην προεκλογική της ατζέντα, τις αμυντικές δαπάνες. Πιο πρακτικά, το Βερολίνο έχει δίκιο να θέλει να εξασφαλίσει ότι οι αυξημένες αμυντικές δαπάνες είναι σκόπιμες, και δεν υπάρχουν άσκοπες επικαλύψεις.

Αλλά δεν υπάρχει έλλειψη αναγκών στο Bundeswehr, συμπεριλαμβανομένης και της κάλυψης μονάδων που είναι πλήρως εξοπλισμένες μόνο στα χαρτιά, βάζοντας τέλος σε ένα μοντέλο εξοπλισμού όπου μόνο οι μονάδες που δυνητικά αναπτύσσονται, μπορούν να λάβουν πλήρη εξοπλισμό. Άλλες αναγκαιότητες περιλαμβάνουν διευρυμένες ικανότητες πληροφοριών και αναγνώρισης και επαρκείς σύγχρονες υποδομές, όχι απλώς για τις γερμανικές δυνάμεις αλλά επίσης και για τις ΗΠΑ και για άλλες συμμαχικές δυνάμεις με έδρα στη Γερμανία,

Εν ολίγοις, λόγω των πολλών σημαντικών απαιτήσεων και των απαιτήσεων ασφάλειας που αντιμετωπίζει το Bundeswehr, καθώς και των πολιτικών δεσμεύσεων που έχει αναλάβει η γερμανική κυβέρνηση, τα επιχειρήματα για να μην κάνει περισσότερα φαίνονται όλο και περισσότερο αμφίβολα, στην καλύτερη περίπτωση.

Capital.gr 

==========================================

 Ιδιοκτησία πνευματικών δικαιωμάτων του Geopolitics & Daily News - © 2017. Το περιεχόμενο του site αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του Geopolitics & Daily News. Οποιαδήποτε πληροφορία (κείμενο, εικόνες, γραφικά) περιέχεται στο site μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για προσωπική, μη εμπορική χρήση. Είναι παράνομη η αντιγραφή, αναπαραγωγή, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, μέρους ή του συνόλου των περιεχομένων του site χωρίς προηγούμενη έγγραφη συγκατάθεση ή αναφορά της σελίδας