9/6/17

Περίοδος εκλογών στην Ευρώπη



Του Christopher Dembik

Μετά από μια πιο σύντομη από την αναμενόμενη αναμέτρηση με αφορμή τις έκτακτες εκλογές στη Βρετανία σήμερα, το Κόμμα των Συντηρητικών λογικά θα παραμείνει στην εξουσία. Ωστόσο θα χρειαστεί να διαχειριστεί τις επώδυνες οικονομικές συνέπειες του Brexit, οι οποίες σταδιακά θα γίνονται όλο και πιο ορατές.

Η αισιοδοξία που παρατηρήθηκε μετά τη νίκη του Εμανουέλ Μακρόν στη Γαλλία κρύβει τον αυξανόμενο φόβο μέρους του πληθυσμού ότι το Εθνικό Μέτωπο θα κερδίσει τις προεδρικές εκλογές του 2022 σε περίπτωση που η τρέχουσα κυβέρνηση αποτύχει. Ο φόβος αυτός θα ενθαρρύνει την ψήφο στρατηγικής στις γενικές εκλογές της 11ης και 18ης Ιουνίου και θα επιτρέψει στην κυβέρνηση να εξασφαλίσει την απόλυτη πλειοψηφία που χρειάζεται ώστε να εφαρμόσει μεταρρυθμίσεις.

ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ: ΤΟ ΚΥΚΝΕΙΟ ΑΣΜΑ

Η τέλεια στιγμή για τους Συντηρητικούς


Οι βουλευτικές εκλογές του Ηνωμ. Βασιλείου, που ήταν προγραμματισμένες για χθες (8 Ιουνίου), διενεργούνται την ιδανική στιγμή για τους Συντηρητικούς, αφού οι επιπτώσεις του Brexit δεν είναι ακόμα ιδιαίτερα εμφανείς. Προκηρύσσοντας τις εκλογές τρία χρόνια νωρίτερα (αρχικά ήταν προγραμματισμένες για το 2020), η πρωθυπουργός Τερέζα Μέι χτύπησε με έναν σμπάρο δυο τρυγόνια: να εξασφαλίσει τη δημοκρατική έγκριση που χρειάζεται για να διαπραγματευτεί με την ΕΕ εκ μέρους του Ηνωμένου Βασιλείου, αλλά και μια περίοδο πέντε ετών (έως το 2022) για να διαχειριστεί την οικονομική θύελλα που θα ξεσπάσει αναπόφευκτα μετά την αποχώρηση από την ΕΕ.

Όταν η Τερέζα Μέι προκήρυσσε τις εκλογές, οι δημοσκοπήσεις προέβλεπαν σαρωτική νίκη της. Ωστόσο, τα πράγματα στην πολιτική μπορεί να αλλάξουν από τη μια στιγμή στην άλλη. Οι πιο πρόσφατες δημοσκοπήσεις μέχρι πριν από λίγες ημέρες, εφόσον τις εμπιστευτούμε, επιβεβαίωναν ότι οι Εργατικοί μείωναν την απόσταση. Μια δημοσκόπηση της YouGov, μάλιστα, προέβλεπε ότι οι Συντηρητικοί ενδέχεται να χάσουν την πλειοψηφία που εξασφάλισαν στις εκλογές του 2015 (330 έδρες), είδηση που έστειλε αμέσως την GBP χαμηλότερα εξαιτίας του φόβου για ένα κοινοβούλιο χωρίς αυτοδυναμία. Κατά την άποψή μας, η συγκεκριμένη έρευνα έχει συγκεντρώσει υπερβολική προσοχή ενώ η μεθοδολογία που ακολουθεί είναι αμφιλεγόμενη: ακόμα και ο επικεφαλής της YouGov παραμένει αρκετά επιφυλακτικός απέναντι στα αποτελέσματα, σχολιάζοντας ότι "επιτρέπουν μεγάλο ποσοστό σφάλματος".

Ουσιαστικά αυτό σημαίνει ότι ο δείκτης αξιοπιστίας των αποτελεσμάτων είναι σχεδόν μηδέν. Προς το παρόν, η μεγάλη πλειοψηφία των ινστιτούτων έρευνας δίνουν στους Τόρις σαφές πλεονέκτημα. Εάν απαιτηθεί, το εν λόγω κόμμα ενδέχεται πράγματι να συνάψει μια συμφωνία συνασπισμού με τους Φιλελεύθερους Δημοκράτες, όπως συνέβη μετά τις εκλογές του 2010 – υπό την προϋπόθεση ότι θα συμφωνήσουν στο ζήτημα της μετανάστευσης (οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες θέλουν να επιτρέψουν την είσοδο σε "μετανάστες υψηλής εκπαίδευσης", ενώ οι Συντηρητικοί στοχεύουν σε καθαρή μείωση του αριθμού μεταναστών κατά δεκάδες χιλιάδες κάθε έτος). Αν και η αναμέτρηση είναι χρονικά πιο σύντομη από το προβλεπόμενο, η γενική προσδοκία είναι ότι οι Συντηρητικοί θα παραμείνουν στην εξουσία. Το πραγματικά εντυπωσιακό γεγονός των επικείμενων εκλογών είναι ότι το Κόμμα Ανεξαρτησίας του Ηνωμένου Βασιλείου (UKIP), το οποίο υποστήριξε το Brexit, χάνει έδαφος: περίπου 3% της πρόθεσης ψήφου, σύμφωνα με τις περισσότερες δημοσκοπήσεις. Την ευθύνη του Brexit θα έχουν τα κυρίαρχα πολιτικά κόμματα, έστω και αν στην αρχή ουσιαστικά δεν υποστήριζαν την αποχώρηση. Πρόκειται μάλλον για παράδοξο.

Τα δύσκολα αρχίζουν τώρα


Από οικονομικής πλευράς, τα πιο δύσκολα αρχίζουν τώρα. Η άμεση και πιο εμφανής συνέπεια του Brexit είναι η υποτίμηση της στερλίνας. Λαμβάνοντας υπόψη την ισοτιμία αγοραστικής δύναμης, η GBP είναι υποτιμημένη κατά 15% έναντι του USD.





Τις τελευταίες 90 ημέρες, η υποτίμηση έχει αποτελέσει σημαντικό εργαλείο στα χέρια της βρετανικής οικονομικής πολιτικής. Ωστόσο ποτέ δεν κατάφερε να λύσει τα προβλήματα σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Δεν αποτελεί λύση, αφού η ελαστικότητα τιμής της ζήτησης εξαγωγών είναι χαμηλή. Ως εκ τούτου, μια μείωση 1% στις σχετικές τιμές αγαθών επιφέρει αύξηση μόλις 0,41% στις εξαγωγές μετά από 9 τρίμηνα (Εθνική Στατιστική Υπηρεσία του Ηνωμένου Βασιλείου – ONS). Σε συγκριτικούς όρους, μια ανάλογη μείωση στη Γαλλία ευνοεί τις εξαγωγές κατά περίπου 0,8%.







Επιπλέον, η νομισματική υποτίμηση αυξάνει τον εισαγόμενο πληθωρισμό. Μέχρι τις αρχές του έτους, η αύξηση του πληθωρισμού (CPI στο 2,6%, έναντι 0,3% πριν από το βρετανικό δημοψήφισμα) αντισταθμιζόταν σε μεγάλο βαθμό από μια συνεχή ανάπτυξη στους μισθούς. Κρίνοντας, όμως, από τις δημοσκοπήσεις μεταξύ των επικεφαλής των επιχειρήσεων, είναι απίθανο να συνεχίσει να ισχύει το ίδιο τους επόμενους μήνες. Με δεδομένη την αυξανόμενη αβεβαιότητα για τις μελλοντικές διαπραγματεύσεις μεταξύ Λονδίνου και Βρυξελλών, πρόκειται να ξεκινήσει μια περίοδος συγκράτησης των μισθών.





Τα τελευταία τρίμηνα, η κατανάλωση των νοικοκυριών αποτέλεσε έναν από τους βασικούς θετικούς συντελεστές για την ανάπτυξη του ΑΕΠ. Το Α' και το Γ' τρίμηνο του 2016 αυτό βοήθησε σημαντικά να περιοριστούν οι επιπτώσεις από την αρνητική συμβολή των ακαθάριστων επενδύσεων παγίου κεφαλαίου. Ωστόσο, ο υψηλότερος πληθωρισμός σε συνδυασμό με τη συγκράτηση των μισθών θα προκαλέσει μείωση της αγοραστικής δύναμης και κατά συνέπεια της κατανάλωσης. Η βρετανική οικονομία, η οποία κατέγραψε τη χαμηλότερη ανάπτυξη μεταξύ των G7 το Α' τρίμ. του 2017 (χειρότερη ακόμα και από αυτή της Ιταλίας!), αναμένεται να επιβραδυνθεί περαιτέρω το υπόλοιπο του έτους. Μετά την ψήφο υπέρ του Brexit, οι Βρετανοί οφείλουν να περιμένουν μια δύσκολη επιστροφή στην πραγματικότητα σε βραχυπρόθεσμο και μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την οικονομία.

ΓΑΛΛΙΑ: Η ΕΛΠΙΔΑ ΜΙΑΣ ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

Στην άλλη πλευρά της Μάγχης επικρατεί μια ελαφρώς απλοϊκή αισιοδοξία μετά την εκλογή του Εμανουέλ Μακρόν. Μοιάζει λες και όλα άλλαξαν από τη μία μέρα στην άλλη. Στην πραγματικότητα, η γαλλική οικονομία τα πάει λίγο καλύτερα. Ωστόσο οφείλουμε να αποδώσουμε τα Καίσαρος τω Καίσαρι: η οικονομική βελτίωση οφείλεται εν μέρει στα μέτρα που έλαβε η προηγούμενη κυβέρνηση τα τελευταία τρία χρόνια.

Αναμένεται σαρωτική νίκη του Εμανουέλ Μακρόν στις βουλευτικές εκλογές

Η επόμενη κρίσιμη μάχη για τον νέο ένοικο των Ηλυσίων θα είναι οι βουλευτικές εκλογές στις 11 και 18 Ιουνίου. Όλες οι δημοσκοπήσεις υποδεικνύουν ότι το "La République en Marche" (LREM), το κίνημα του Προέδρου, θα καταφέρει να κατακτήσει την απόλυτη πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο (με άλλα λόγια, τουλάχιστον 289 έδρες). Υπέρ αυτού του αποτελέσματος συνηγορούν τέσσερις βασικοί παράγοντες:

- Μετά την υιοθέτηση της 5ετούς προεδρικής θητείας στις αρχές της δεκαετίας του 2000, οι Γάλλοι έχουν υπάρξει συνεπείς και παρέχουν πάντα στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ώστε να καταφέρει να εφαρμόσει τις προεκλογικές δεσμεύσεις του.

- Ο Εμανουέλ Μακρόν και η κυβέρνησή του μπορούν να βασίζονται στην πιθανή στήριξη βουλευτών που δεν αποτελούν μέρος του κινήματος LREM, ειδικά αυτών του σοσιαλιστικού κόμματος, αλλά και μελών του κεντροδεξιού UDI ή υποστηρικτών του πρώην δεξιού πρωθυπουργού Αλάν Ζιπέ. Αυτός είναι ο λόγος που το LREM δεν κατέβασε υποψηφίους σε 56 περιφέρειες.

- Επίκειται μια ριζική πολιτική αλλαγή. Η 5ετής θητεία της Ολλανδίας κατέστρεψε την εκλογική βάση του Σοσιαλιστικού Κόμματος, η οποία ήταν πολύ ισχυρή στις περιφέρειες το 2012. Ο Εμανουέλ Μακρόν πέτυχε να διαβρώσει το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα (LR – το βασικό δεξιό κόμμα) παραχωρώντας σημαντικές θέσεις σε ιστορικές μορφές του κόμματος, όπως διορίζοντας πρωθυπουργό τον Εντουάρντ Φιλίπ. Ο Πρόεδρος ετοιμάζεται να επαναλάβει το κατόρθωμα του στρατηγού Ντε Γκωλ, δημιουργώντας ένα μεγάλο κεντρώο κόμμα με φιλελεύθερες απόψεις στα οικονομικά ζητήματα.

- Μεγάλη μερίδα των ψηφοφόρων φοβούνται ότι το Εθνικό Μέτωπο θα κερδίσει τις προεδρικές εκλογές του 2022 σε περίπτωση που η τρέχουσα κυβέρνηση δεν καταφέρει να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της Γαλλίας. Ο φόβος αυτός είναι σίγουρα σε μεγάλο βαθμό παράλογος, αλλά θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια ψήφο στρατηγικής που αυτομάτως ευνοεί τους υποψηφίους του LREM.

Οι οικονομικές προτεραιότητες της νέας κυβέρνησης


# Αξιολόγηση της τρέχουσας κατάστασης:

1) Η οικονομική ανάκαμψη είναι όντως καθ' οδόν, έστω και αν είναι κάπως επιτηδευμένη. Οι επενδύσεις παρέμειναν σε υψηλά επίπεδα το Α' τρίμ. του 2017, και το μόνο που διακρίνουμε για τη συνέχεια είναι ενίσχυση του ρυθμού αύξησης της απασχόλησης, κυρίως χάρη στα μέτρα για τον ανταγωνισμό που υιοθετήθηκαν τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, το carry-over στα τέλη του Α' τριμ. 2017 (0,7%) είναι πολύ χαμηλό για να επιτρέψει στη Γαλλία να πετύχει τις προβλέψεις ανάπτυξης 1,5% της απερχόμενης κυβέρνησης.

2) Η απόφαση των προηγούμενων χρόνων να μειωθούν τα κόστη εργασίας για τους χαμηλόμισθους μέσω του συστήματος έκπτωσης φόρων CICE αποκατέστησε την ανταγωνιστικότητα των γαλλικών επιχειρήσεων. Παρ' όλα αυτά το σχέδιο δεν ήταν τέλειο. Ευνόησε περισσότερο τους επιχειρηματικούς κλάδους που δεν αντιμετωπίζουν διεθνή ανταγωνισμό, όπως τα μεγάλα καταστήματα λιανικής. Επιπλέον, δεν συνοδεύθηκε από κάποια φιλόδοξη στρατηγική αναβάθμισης της οικονομίας. Και εμείς ακόμα συχνά ξεχνάμε ότι η οικονομική επιτυχία της Γερμανίας δεν οφείλεται μόνο στη μείωση του κόστους εργασίας στον κλάδο των υπηρεσιών, που ευνόησε τις εξαγωγικές εταιρείες, αλλά και στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας στα προϊόντα του βιομηχανικού κλάδου.

3) Η γαλλική οικονομία βασίζεται σε μια αγορά εργασίας δύο ταχυτήτων που ευνοεί τους πτυχιούχους εργαζόμενους, οι οποίοι γνωρίζουν πώς λειτουργεί το σύστημα, έναντι των χαμηλόμισθων, η ζωή των οποίων συχνά αποτελείται από μια αλληλουχία περιόδων αβέβαιης απασχόλησης και μεγαλύτερων ή συντομότερων περιόδων ανεργίας. Αντίθετα με ό,τι υποστηρίζεται συνήθως, στη Γαλλία δεν υπάρχει μαζική ανεργία. Στην πραγματικότητα η μαζική ανεργία επηρεάζει μόνο τους ανειδίκευτους εργάτες. Το ποσοστό ανεργίας στους εργαζόμενους με 3 ή 4 έτη ανώτερης εκπαίδευσης κυμαίνεται περίπου στο 5%, επιβεβαιώνοντας ότι το πτυχίο (diploma) παραμένει η καλύτερη δικλείδα απέναντι στην αβεβαιότητα.

# Η μέθοδος: Δεν υπάρχει μαγική συνταγή για την αναμόρφωση της γαλλικής οικονομίας. Στην τελική, όλα έχουν ήδη ειπωθεί, προφορικά ή γραπτά. Το νόημα δεν είναι ποια είναι τα σωστά μέτρα, αλλά ποιος είναι ο σωστός τρόπος να εφαρμοστούν. Οι μεταρρυθμίσεις της αγοράς εργασίας που επιδιώκει να πετύχει η κυβέρνηση φέτος το καλοκαίρι βασίζονται στη χρήση (κυβερνητικών) εντολών. Στην πράξη, με μια κυβερνητική εντολή το κοινοβούλιο παραχωρεί προσωρινά τη νομοθετική εξουσία του στην κυβέρνηση. Η συγκεκριμένη νομοθετική μέθοδος εξοικονομεί χρόνο και είναι πιο αποτελεσματική (αφού αποτρέπει τη διαδικασία "μπρος-πίσω" μεταξύ των δύο οργάνων του κοινοβουλίου). Η μέθοδος αυτή εφαρμόστηκε με επιτυχία για τις μεγάλες μεταρρυθμίσεις συνταξιοδότησης του 1993, οι οποίες επιμήκυναν την περίοδο υποχρεωτικών εισφορών των εργαζομένων για πλήρη σύνταξη στα 40 χρόνια.

Ωστόσο, η νομοθεσία μέσω κυβερνητικών εντολών δεν εγγυάται την αποτροπή μιας εξέγερσης των συνδικάτων, κάτι που συμβαίνει συχνά στη Γαλλία. Για να αποφύγει κάτι τέτοιο, η κυβέρνηση θα μπορούσε να αποφασίσει να εφαρμόσει τη ρήτρα κεκτημένων δικαιωμάτων στις μεταρρυθμίσεις της αγοράς εργασίας. Αυτό σημαίνει ότι οι αλλαγές που θα αποφασιστούν θα ισχύσουν μόνο για τους νέους εργαζόμενους, από μια καθορισμένη ημερομηνία και έπειτα, και δεν θα αφορά αυτούς που εργάζονται ήδη. Τα πλεονεκτήματα είναι προφανή: οι νέοι εργαζόμενοι δεν έχουν τρόπο να ενώσουν τις δυνάμεις τους ώστε να κινητοποιηθούν μαζικά, ενώ τα συνδικάτα, τα οποία τείνουν να υποστηρίζουν τα δικαιώματα του εν ενεργεία εργατικού δυναμικού, είναι πιθανό να ικανοποιηθούν με τη διατήρηση των κεκτημένων τους. Αναστέλλοντας την ισχύ των μεταρρυθμίσεων για το μέλλον, η κυβέρνηση μπορεί να κερδίσει εγγυήσεις για την εφαρμογή τους και, τελικά, την αποτελεσματικότητά τους.

# Μακροπρόθεσμες μεταρρυθμίσεις: Η πραγματική πρόκληση για τη Γαλλία δεν συνδέεται με την ανταγωνιστικότητα, αλλά με την παραγωγικότητα. Η πτώση της εργατικής παραγωγικότητας επιβαρύνει σημαντικά την ανάπτυξη του ΑΕΠ και το επίπεδο διαβίωσης. Ένας τρόπος να τονωθεί η παραγωγικότητα είναι να προωθηθεί σε ευρύτερη κλίμακα η επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση. Η Γαλλία αφιερώνει περίπου 32 δισ. ευρώ ετησίως στον σκοπό αυτό. Συνεπώς δεν πρόκειται για ζήτημα χρηματοδότησης, αλλά κατανομής των πόρων. Η χώρα πρέπει να επικεντρώσει τις προσπάθειές της στις νέες τεχνολογίες, συμπεριλαμβανομένου του ψηφιακού τομέα, αλλά και παραδοσιακών βιομηχανικών κλάδων όπου υπάρχει πραγματική έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού. Σύμφωνα με τη Medef, τον Σύνδεσμο Γαλλικών Επιχειρήσεων της Γαλλίας, το 1/3 των βιομηχάνων δηλώνουν ότι αντιμετωπίζουν αυτό το πρόβλημα. Τέλος, τα προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης για ανέργους πρέπει να αποκεντρωθούν, και να παραχωρηθούν περισσότερες εξουσίες στις περιοχές εκείνες που είναι πιθανότερο να κατανοήσουν τις τοπικές ανάγκες απασχόλησης.

* Ο κ. Christopher Dembik είναι Επικεφαλής Μακροοικονομικών Αναλύσεων της Saxo Bank



Capital.gr 

==========================================

 Ιδιοκτησία πνευματικών δικαιωμάτων του Geopolitics & Daily News - © 2017. Το περιεχόμενο του site αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του Geopolitics & Daily News. Οποιαδήποτε πληροφορία (κείμενο, εικόνες, γραφικά) περιέχεται στο site μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για προσωπική, μη εμπορική χρήση. Είναι παράνομη η αντιγραφή, αναπαραγωγή, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, μέρους ή του συνόλου των περιεχομένων του site χωρίς προηγούμενη έγγραφη συγκατάθεση ή αναφορά της σελίδας