Παρασκευή, 7 Ιουλίου 2017

Τι πρέπει να συζητήσουν αυτή την εβδομάδα τα κράτη της G20






Της Victoria Bateman
Βloomberg

Ο όρος "ανθεκτικότητα" εξελίσσεται ταχέως στη νέα "καραμέλα" της παγκόσμιας οικονομίας. Η επικεφαλής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου Christine Lagarde προειδοποίησε ότι πρέπει να κάνουμε περισσότερα για να προστατεύσουμε και να ενισχύσουμε την ικανότητα της παγκόσμιας οικονομίας να ανθίσταται στα σοκ. Σύμφωνα με τον Γερμανό υπουργό Οικονομικών Wolfgang Schaueble, αυτό συνεπάγεται "ότι πρέπει να δίνεται η δυνατότητα στους ανθρώπους να ανακάμπτουν από μια κρίση".

Οι χώρες της G20 έχουν θέσει την "παγκόσμια οικονομική ανθεκτικότητα" ως προτεραιότητα της Συνόδου Κορυφής αυτής της εβδομάδας. Και όμως, παρά την τόση έμφαση που έχει δοθεί στο θέμα, λίγα λέγονται για τους τομείς που δυνητικά έχουν τον ευρύτερο αντίκτυπο στην ανθεκτικότητα: τη μετανάστευση, την εκπαίδευση ενηλίκων και τη συλλογή δεδομένων.

Οι κυβερνήσεις έχουν τώρα στάνταρ εργαλεία, τα οποία χαίρουν στήριξης από την G-20 και το ΔΝΤ, για την οικοδόμηση οικονομικής ανθεκτικότητας: διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για την αύξηση της ευελιξίας της αγοράς, ευρύτερη φορολογική βάση, μεγαλύτερη χρήση των λεγόμενων αντικυκλικών πολιτικών, συμπεριλαμβανομένων των αυτόματων σταθεροποιητών και μακροπροληπτικές πολιτικές όπως τα κεφαλαιακά "μαξιλάρια". Αλλά πέρα από αυτά τα δοκιμασμένα μέτρα, οι υπόλοιπες πρόσφατες συστάσεις για ανθεκτικότητα δεν έχουν νόημα. Είναι υπερβολικό, για παράδειγμα, να περιμένουμε από τις κυβερνήσεις ή τους οικονομολόγους, όπως συνιστά το ΔΝΤ, να "προβλέψουν τις επιπτώσεις της τεχνολογικής προόδου και της οικονομικής ολοκλήρωσης και να εξοπλίσουν τους πληθυσμούς τους με εργαλεία για να αξιοποιήσουν τα οφέλη". Το μέλλον δεν μπορεί να είναι πλήρως προβλέψιμο, ένα γεγονός το οποίο αναγνώρισε ο Keynes ως την κινητήρια δύναμη της οικονομικής αστάθειας. Η προσδοκία από τους δημόσιους υπαλλήλους να έχουν μια κρυστάλλινη σφαίρα είναι η συνταγή για την περαιτέρω υπονόμευση της εμπιστοσύνης του λαού στην ελίτ και τον ίδιο τον καπιταλισμό.

Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η βελτίωση της κοινωνικής συνοχής θα ενισχύσει την ανθεκτικότητα. Αυτό ακούγεται ελκυστικό: Οι έρευνες έχουν δείξει από καιρό ότι η ικανότητα μιας οικονομίας να προσαρμόζεται σε μεγάλα σοκ εξαρτάται από το βαθμό και την ικανότητά της να διαχειρίζεται τις κοινωνικές συγκρούσεις. Το πρόβλημα είναι να βρούμε τρόπους να ενθαρρύνουμε την αλλαγή. Το πόσο εμπιστεύονται οι πολίτες τις ευρύτερες κοινότητες και πόσο χαίρονται να βοηθούν τους λιγότερο προνομιούχους, συνεισφέροντας σε μια κοινή δεξαμενή πόρων, είναι μια βαθιά ριζωμένη πραγματικότητα που μια κυβέρνηση δεν μπορεί να αλλάξει εύκολα όπως διαπιστώνει και μια πρόσφατη έρευνα της Εθνικής Υπηρεσίας Οικονομικών Ερευνών (NBER). Ορισμένες χώρες είναι, ως εκ τούτου, πολύ καλύτερα τοποθετημένες όταν πρόκειται για τη διαχείριση οικονομικών κραδασμών.

Ενώ η ομάδα των G-20 εξετάζει το ζήτημα, αξίζει να στρέψει την προσοχή της και σε δύο επιπλέον κανάλια προσαρμογής στα σοκ: τη μετανάστευση και την εκπαίδευση, ιδίως την εκπαίδευση ενηλίκων.

Η μετανάστευση ως εργαλείο για την εξισορρόπηση των εθνικών ή περιφερειακών διαταραχών αντιμετωπίζει τώρα αυξημένη αντίσταση από πολιτικούς που είναι πρόθυμοι να καταπραΰνουν τις αντιμεταναστευτικές τάσεις στην κοινή γνώμη. Όμως, στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα, 30 εκατομμύρια κυρίως φτωχοί Ευρωπαίοι έφυγαν στις ΗΠΑ, ως αντίδραση στα σοκ που υπέστησαν οι τοπικές οικονομίες, συμπεριλαμβανομένου του λιμού της πατάτας στην Ιρλανδία. Η δυνατότητα μετανάστευσης ενήργησε ως βαλβίδα απελευθέρωσης που βοήθησε τα άτομα να ανταποκριθούν στην ανεργία και τη φτώχεια, ωφελώντας συχνά άλλους που είχαν μείνει πίσω.

Η εκπαίδευση ενηλίκων μπορεί να βοηθήσει στην άμβλυνση των δεινών των ανθρώπων σε τομείς που χάνουν από την εξέλιξη της τεχνολογίας και τις διαταραχές του εμπορίου. Εκ των υστέρων βλέπουμε ότι θα έπρεπε να είχε δοθεί πολύ περισσότερη στήριξη στη λεγόμενη "ζώνη της σκουριάς" της Αμερικής και στην αποβιομηχάνιση της βόρειας Αγγλίας.

Οι κυβερνήσεις και οι πολυμερείς οργανισμοί μπορούν να βοηθήσουν εδώ, ξεκινώντας από τη συλλογή δεδομένων. Μετρώντας και συγκρίνοντας τις χώρες βάσει της παρουσίας εμποδίων στην κινητικότητα και, χτίζοντας πάνω στο έργο του ΟΟΣΑ σχετικά με τη διαθεσιμότητα και τη στήριξη της εκπαίδευσης ενηλίκων, οι κυβερνήσεις μπορούν να βοηθήσουν να εντοπιστεί που χρειάζετα στήριξη και αλλαγή πολιτικής.

Η ανάγκη να σχεδιάζουμε για το μέλλον είναι επιτακτική. Ενώ το 2008 κλέβει τα περισσότερα φώτα, η ιστορία είναι γεμάτη με παραδείγματα του ενός σοκ μετά το άλλο: η Εποχή του Σιδήρου, ο Μαύρος Θάνατος, η τραπεζική κρίση της Φλωρεντίας του 14ου αιώνα, οι εξερευνήσεις του Χριστόφορου Κολόμβου, ο ιρλανδικός λιμός της πατάτας το 1929, η κρίση χρέους της Λατινικής Αμερικής και η κρίση στην Ανατολική Ασία το 1997. Σύμφωνα με την έκθεση Παγκόσμιων Κινδύνων του του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ, υπάρχουν πέντε τύποι κινδύνων που πρέπει να προσέξουμε: ο οικονομικός, ο περιβαλλοντικός, ο γεωπολιτικός, ο κοινωνικός και ο τεχνολογικός. Καθώς ένας κίνδυνος υποχωρεί, ένας άλλος έρχεται στο προσκήνιο.

Υπάρχει ένα όριο στο τι μπορεί να κάνει μια κυβέρνηση για να δημιουργήσει άμυνες. Ωστόσο, η αναγνώριση ότι οι οικονομίες δεν είναι σταθερές από τη φύση τους και η ανάληψη δράσης για τη μέτρηση και σύγκριση των οικονομιών όσον αφορά τα βασικά μέτρα πολιτικής που θα τη βοηθήσουν να προσαρμοστεί σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο τοπίο, θα ήταν ένα καλό ξεκίνημα για τα κράτη της G20 αυτή την εβδομάδα.


Capital.gr 
==========================================

 Ιδιοκτησία πνευματικών δικαιωμάτων του Geopolitics & Daily News - © 2017. Το περιεχόμενο του site αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του Geopolitics & Daily News. Οποιαδήποτε πληροφορία (κείμενο, εικόνες, γραφικά) περιέχεται στο site μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για προσωπική, μη εμπορική χρήση. Είναι παράνομη η αντιγραφή, αναπαραγωγή, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, μέρους ή του συνόλου των περιεχομένων του site χωρίς προηγούμενη έγγραφη συγκατάθεση ή αναφορά της σελίδας